ΜΑΡΙΑ ΚΑΜΠΥΛΗ
Το 1943, μέσα στα δύσκολα χρόνια της Κατοχής, μια οικογένεια αναζήτησε καταφύγιο στην Αγία Κυριακή, ένα μικρό προσφυγικό χωριό κοντά στο Κιλκίς. Είχε εγκαταλείψει την Καστανούσα, προσπαθώντας να γλιτώσει από τους Βούλγαρους. Ανάμεσά τους ήταν και μια έγκυος γυναίκα.
Η οικογένεια της δωδεκάχρονης τότε Καλλιόπης Προδρομίδου τούς πρόσφερε στέγη. Λίγο μετά την άφιξή τους, τη γυναίκα έπιασαν οι πόνοι του τοκετού. Η γιαγιά της Καλλιόπης, που γνώριζε την πρακτική μαιευτική, ανέλαβε να τη βοηθήσει.
Το παιδί γεννήθηκε εκεί, μέσα σε ένα φτωχικό σπίτι, σε μια εποχή που οι άνθρωποι αγωνίζονταν καθημερινά για την επιβίωσή τους. Ήταν αγόρι και το ονόμασαν Πέτρο. Νονά του έγινε η μεγαλύτερη αδελφή της Καλλιόπης, η Ελένη.
Χρόνια αργότερα, η ζωή θα έφερνε την Καλλιόπη και τον Πέτρο ξανά κοντά. Όχι στην Ελλάδα, αλλά στην Αυστραλία.
Η μικρή αυτή ιστορία είναι μία από τις πολλές που διατηρήθηκαν στη μνήμη της Καλλιόπης Προδρομίδου–Δημητρίου. Μιας γυναίκας που γεννήθηκε σε οικογένεια Ποντίων προσφύγων, μεγάλωσε μέσα στον πόλεμο, έχασε αγαπημένους ανθρώπους από τη βία και βρέθηκε, πριν ακόμη ενηλικιωθεί, στη δίνη του Ελληνικού Εμφυλίου.
Η μαρτυρία της δεν περιορίζεται στις μεγάλες ιστορικές ανατροπές. Περιλαμβάνει και τις μικρές, καθημερινές εικόνες που συνήθως δεν καταγράφονται στα βιβλία της Ιστορίας: ένα παιδί που περπατά ξυπόλητο στο χιόνι, μια οικογένεια που μοιράζεται το λιγοστό της φαγητό, μια γιαγιά που προσπαθεί να προστατεύσει οκτώ εγγόνια και δυο ξύλινα τσόκαρα, σκορπισμένα σε μια αυλή, που έμελλε να γίνουν η πιο οδυνηρή ανάμνηση μιας ολόκληρης ζωής.
Ο ΠΟΛΕΜΟΣ ΤΗ ΒΡΗΚΕ ΠΑΙΔΙ
Η Καλλιόπη γεννήθηκε στις 15 Ιανουαρίου 1931 στην Αγία Κυριακή του Κιλκίς, ένα χωριό που αριθμούσε περίπου 80 οικογένειες. Οι κάτοικοί του ήταν κυρίως πρόσφυγες από τον Πόντο και τη Μικρά Ασία, άνθρωποι που είχαν ήδη γνωρίσει τον ξεριζωμό και προσπαθούσαν να χτίσουν μια νέα ζωή στην Ελλάδα.
Ανάμεσά τους βρισκόταν και η οικογένεια του Αναστάση και της Ευδοκίας Προδρομίδη. Η Καλλιόπη μεγάλωσε μαζί με τα αδέλφια της, σε ένα σπίτι με χωμάτινο πάτωμα, λιγοστά υπάρχοντα και μια καθημερινότητα που περιστρεφόταν γύρω από τη γεωργική εργασία.
Ήταν μόλις εννέα ετών όταν, στις 28 Οκτωβρίου 1940, η Ελλάδα μπήκε στον πόλεμο με την Ιταλία.
Ο πατέρας της, σύμφωνα με την αφήγησή της, δεν επιστρατεύτηκε επειδή ήταν πολύτεκνος. Στο αλβανικό μέτωπο πολέμησε όμως ο θείος της, Νεόφυτος, αδελφός του πατέρα της.
Στο χωριό, η ζωή συνεχίστηκε μέσα σε ολοένα δυσκολότερες συνθήκες. Τα παιδιά δεν είχαν την πολυτέλεια να παραμένουν παιδιά για πολύ.
Η Καλλιόπη βοηθούσε στο σπίτι, στα χωράφια και στη φροντίδα των μικρότερων αδελφών της. Η μητέρα της υπέφερε από σοβαρό άσθμα και περνούσε μεγάλα διαστήματα κατάκοιτη. Η μεγαλύτερη αδελφή της, η Ελένη, είχε παντρευτεί και είχε φύγει από το πατρικό.
Η Καλλιόπη εγκατέλειψε το σχολείο έχοντας ολοκληρώσει μόλις τρία χρόνια φοίτησης. Παρότι αγαπούσε τα γράμματα, οι ανάγκες της οικογένειας είχαν προτεραιότητα.
Θυμόταν ένα μικρό σχολείο, με μία μόνο αίθουσα, όπου μικροί και μεγάλοι μαθητές παρακολουθούσαν μαζί το μάθημα. Τον χειμώνα, κάθε παιδί κουβαλούσε ένα ξύλο για τη σόμπα. Βιβλία σχεδόν δεν υπήρχαν και τα πρώτα γράμματα τα έγραφαν σε μικρές πλάκες με κιμωλία.
Η αγάπη της για τη μάθηση δεν θα την εγκατέλειπε ποτέ. Όμως εκείνα τα χρόνια η επιβίωση προηγούνταν της εκπαίδευσης.

Η ΠΕΙΝΑ ΚΑΙ Η ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗ ΣΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΗΣ ΚΑΤΟΧΗΣ
Η Κατοχή έφερε ακόμη μεγαλύτερες στερήσεις.
Η οικογένεια καλλιεργούσε σιτάρι και καλαμπόκι, έτρεφε λίγα ζώα και προσπαθούσε να εξασφαλίσει τα απολύτως απαραίτητα. Τίποτα δεν περίσσευε.
Η Καλλιόπη θυμόταν ότι τα παιδιά κάθονταν γύρω από έναν χαμηλό, στρογγυλό σοφρά και έτρωγαν όλα μαζί από το ίδιο πιάτο. Τα σιδερένια κουτάλια χτυπούσαν μεταξύ τους, κάνοντας έναν χαρακτηριστικό ήχο, «ντρίγκι-ντρίγκι», που έμεινε ανεξίτηλος στη μνήμη της.
Κάποτε, ο μικρός αδελφός της, ο Νίκος, ρεύτηκε την ώρα του φαγητού. Τα υπόλοιπα παιδιά τού είπαν πως αυτό σήμαινε ότι είχε χορτάσει και τον έδιωξαν από το τραπέζι, για να μοιραστούν εκείνα το υπόλοιπο.
Ένα περιστατικό που η ίδια ανακαλούσε με χιούμορ, αλλά αποτυπώνει και τη στέρηση εκείνης της εποχής.
Τα ρούχα ήταν ελάχιστα και περνούσαν από το ένα παιδί στο άλλο. Παπούτσια αποκτούσαν συνήθως μόνο το Πάσχα.
Η Καλλιόπη θυμόταν να πηγαίνει ξυπόλητη στη βρύση του χωριού ακόμη και πάνω στο χιόνι.
«Πάλι καλά που ζω και το διηγούμαι», έλεγε. «Πέρασα εγώ μπόρες».
Κι όμως, η οικογένεια, παρά τη φτώχεια της, δεν έκλεινε την πόρτα σε ανθρώπους που είχαν ακόμη μεγαλύτερη ανάγκη.
Στα χρόνια της Κατοχής φιλοξένησαν οικογένειες που είχαν εγκαταλείψει τα χωριά τους. Ανάμεσά τους ήταν συγγενείς και γνωστοί από την περιοχή της Δράμας, αλλά και η οικογένεια από την Καστανούσα, στο σπίτι της οποίας γεννήθηκε ο μικρός Πέτρος.
Η αλληλεγγύη εκφραζόταν με πράξεις. Μια θέση για να κοιμηθεί κάποιος, λίγο ψωμί, μερικά τρόφιμα ή ένα κομμάτι γης για καλλιέργεια.
Η Καλλιόπη θυμόταν επίσης μια χαρακτηριστική στάση του πατέρα της. Σε μια εποχή που άνθρωποι αναγκάζονταν να ανταλλάσσουν τα χρυσαφικά τους με τρόφιμα, εκείνος συμβούλευε τη σύζυγό του να μην τα δέχεται.
Γνώριζε ότι όσοι τα πρόσφεραν δεν το έκαναν από επιλογή, αλλά από απόγνωση.
Μέσα στις ελλείψεις και στον φόβο, η ανθρωπιά παρέμενε για κάποιους αδιαπραγμάτευτη.

Η ΓΙΑΓΙΑ ΠΟΥ ΕΓΙΝΕ ΜΑΝΑ ΓΙΑ ΟΛΟΥΣ
Κεντρικό πρόσωπο στις αναμνήσεις της Καλλιόπης είναι η γιαγιά της.
Ήταν εκείνη που την είχε μεγαλώσει για ένα διάστημα όταν ήταν βρέφος, εκείνη που ζύμωνε το ψωμί, φρόντιζε το νοικοκυριό και βοηθούσε όσους είχαν ανάγκη. Γνώριζε πρακτικές θεραπείες, περιποιούνταν τραυματισμούς και βοηθούσε γυναίκες στον τοκετό.
Στα χρόνια του πολέμου και των ταραχών που ακολούθησαν, θα αναλάμβανε ευθύνες δυσανάλογες ακόμη και για έναν άνθρωπο με τις δικές της αντοχές.
Όταν οι συνθήκες ανάγκασαν τα υπόλοιπα ενήλικα μέλη της οικογένειας να απομακρυνθούν, βρέθηκε να φροντίζει οκτώ εγγόνια.
Η Καλλιόπη, ως μία από τις μεγαλύτερες, έγινε το δεξί της χέρι.
Η γιαγιά αποτελούσε για εκείνη κάτι πολύ περισσότερο από οικογενειακό στήριγμα. Ήταν ο άνθρωπος που της δημιουργούσε την αίσθηση ότι, όσο δύσκολα κι αν ήταν τα πράγματα, κάποιος θα βρισκόταν εκεί για να προστατεύσει τα παιδιά.
«Χάρη σε εκείνη δεν χαθήκαμε», θυμόταν.
ΜΙΑ ΝΕΑ ΤΡΑΓΩΔΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ
Η απελευθέρωση της Ελλάδας δεν έφερε την ειρήνη που περίμεναν όλοι.
Οι πολιτικές συγκρούσεις και η βία των μεταπολεμικών χρόνων, που οδήγησαν στον Εμφύλιο, άφησαν βαθιά τραύματα σε πολλές περιοχές της χώρας.
Για την οικογένεια Προδρομίδη, η περίοδος αυτή αποδείχθηκε ιδιαίτερα οδυνηρή.
Ο πατέρας της Καλλιόπης, Αναστάσης, δολοφονήθηκε, σύμφωνα με τη μαρτυρία της, το 1945 ή το 1946. Η ίδια θυμόταν ότι ήταν Μεγάλη Παρασκευή.
Εκείνος είχε πάει στην Πλαγιά και δεν επέστρεψε στο σπίτι. Την επόμενη ημέρα σκόπευε να πάει με την κόρη του στο Κιλκίς για να της αγοράσει παπούτσια.
Η γιαγιά άκουσε πυροβολισμούς και ανησύχησε. Ξεκίνησε μαζί με την Καλλιόπη να τον αναζητήσει.
Λίγο αργότερα, συνάντησαν τον θείο της, που είχε εντοπίσει τον Αναστάση νεκρό σε ένα χωράφι κοντά στο ρέμα.
Είχε δεχθεί πολλαπλά χτυπήματα με μαχαίρι.
Η Καλλιόπη θυμόταν περισσότερο τις εικόνες που ακολούθησαν παρά την ίδια την κηδεία. Αρχικά είχε μείνει πίσω για να προσέχει ένα μικρό παιδί της οικογένειας. Κάποιος όμως ήρθε τελικά να την πάρει ώστε να αποχαιρετήσει τον πατέρα της.
Η μητέρα της βρισκόταν τότε στο σανατόριο, όπου νοσηλευόταν για τα χρόνια αναπνευστικά της προβλήματα.
Έτσι, για ακόμη μία φορά, η γιαγιά βρέθηκε αντιμέτωπη με την ευθύνη της επιβίωσης μιας μεγάλης οικογένειας.
Η Καλλιόπη και η αδελφή της, η Σταυρούλα, πήγαιναν στα χωράφια, σκάλιζαν τα καλαμπόκια και προσπαθούσαν να φροντίσουν τις καλλιέργειες.
Ήταν ακόμη παιδιά, αλλά η ζωή τούς είχε ήδη αναθέσει υποχρεώσεις ενηλίκων.
Το χειρότερο, ωστόσο, δεν είχε έρθει ακόμη.

ΤΑ… ΤΣΟΚΑΡΑ ΤΗΣ ΕΛΕΝΗΣ
Η μεγαλύτερη αδελφή της Καλλιόπης, η Ελένη, είχε παντρευτεί τον Κώστα και ζούσε στη γειτονική Ξηρόβρυση. Είχαν αποκτήσει ένα αγοράκι, τον Τασούλη, ηλικίας περίπου τριών ετών.
Στις 20 Νοεμβρίου 1946, η Ξηρόβρυση έγινε τόπος μιας από τις πιο αιματηρές επιθέσεις εναντίον αμάχων στην περιοχή του Κιλκίς κατά τα χρόνια του Εμφυλίου.
Σύμφωνα με τις ιστορικές καταγραφές, παρακρατικές ένοπλες ομάδες εισέβαλαν στο χωριό και σκότωσαν 47 ανθρώπους, ανάμεσά τους γυναίκες και μικρά παιδιά.
Η Ελένη, ο σύζυγός της και ο μικρός τους γιος ήταν ανάμεσα στα θύματα.
Η Καλλιόπη είχε διατηρήσει στη μνήμη της τις τελευταίες στιγμές της αδελφής της, όπως τις πληροφορήθηκε αργότερα.
Την ώρα που άρχισαν οι πυροβολισμοί, η Ελένη βρισκόταν στο διπλανό σπίτι, όπου έμεναν τα πεθερικά της. Ο μικρός Τασούλης κοιμόταν στο δικό τους σπίτι.
Φοβήθηκε ότι το παιδί θα τρόμαζε και σηκώθηκε να επιστρέψει κοντά του.
Φορούσε τα ξύλινα τσόκαρά της.
Ο Κώστας την ακολούθησε.
Κανείς από τους τρεις δεν επέζησε.
Η Καλλιόπη δεν γνώριζε τίποτα όταν πήγε στην Ξηρόβρυση μαζί με τον μικρότερο αδελφό της, τον Μπάμπη, και την ξαδέλφη τους, τη Μαρίκα.
Η γιαγιά τούς είχε στείλει να ζητήσουν από τον Κώστα να βοηθήσει με το κάρο του στη μετακίνηση της οικογένειας.
Όταν έφτασαν, είδαν ανθρώπους να ετοιμάζονται να εγκαταλείψουν το χωριό.
Ρώτησαν για την Ελένη και τον Κώστα.
Τότε έμαθαν την τραγωδία.
Στην αυλή του σπιτιού της αδελφής της η Καλλιόπη αντίκρισε αίματα. Το σπίτι και το μαντρί είχαν καεί, μαζί με τα ζώα.
Και εκεί, σκορπισμένα μακριά το ένα από το άλλο, βρίσκονταν τα ξύλινα τσόκαρα της Ελένης.
Η εικόνα αυτή δεν έφυγε ποτέ από τη μνήμη της.
Στη συνέχεια πήγε στην εκκλησία του χωριού, όπου είχαν συγκεντρώσει τους νεκρούς. Ήταν ξαπλωμένοι στο πάτωμα, καθώς δεν υπήρχαν αρκετά φέρετρα.
Η Ελένη βρισκόταν ανάμεσά τους, μαζί με τον σύζυγο και το παιδί της.
Η Καλλιόπη επέστρεψε στην Αγία Κυριακή, αλλά δεν βρήκε τη δύναμη να ανακοινώσει στη γιαγιά της τι είχε συμβεί.
Φοβόταν ότι η ηλικιωμένη γυναίκα θα κατέρρεε. Και τότε ποιος θα αναλάμβανε τα παιδιά που είχαν απομείνει;
«Πώς να της το πω; Ήμουν παιδί», έλεγε η Καλλιόπη, ανακαλώντας εκείνες τις στιγμές.
Την επόμενη ημέρα η γιαγιά έμαθε την αλήθεια από άλλον άνθρωπο και έσπευσε στην Ξηρόβρυση. Δεν πρόλαβε όμως την κηδεία.
«Εσύ δεν με λυπάσαι, εμένα τη γιαγιά σου;» παραπονιόταν αργότερα στην εγγονή της.
Η Καλλιόπη τη λυπόταν. Αυτός ήταν και ο λόγος που είχε επιλέξει να σωπάσει.

ΕΝΑ ΚΟΡΙΤΣΙ ΣΤΗ ΔΙΝΗ ΤΟΥ ΕΜΦΥΛΙΟΥ
Οι τραγωδίες δεν σταμάτησαν εκεί.
Η οικογένεια αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το χωριό και να μετακινηθεί, μεταξύ άλλων, στο Ηλιόλουστο. Οι συνθήκες ασφαλείας είχαν επιδεινωθεί και οι μετακινήσεις πληθυσμών αποτελούσαν πλέον μέρος της πραγματικότητας της εποχής.
Στη μαρτυρία της Καλλιόπης καταγράφεται και η σεξουαλική κακοποίηση της θείας της, Ευτυχίας, από ενόπλους, ένα ακόμη περιστατικό της βίας που βίωναν οι άμαχοι. Η θεία επέζησε, αλλά αναγκάστηκε αργότερα να εγκαταλείψει την οικογένεια.
Η γιαγιά συνέχισε να φροντίζει τα εγγόνια της, προσπαθώντας να τα προστατεύσει από τις συγκρούσεις.
Κάποια στιγμή αποφάσισε να φύγει μαζί με άλλες οικογένειες. Πήρε μαζί της τα μικρότερα παιδιά, αλλά άφησε την Καλλιόπη πίσω.
Της ανέθεσε να τακτοποιήσει μια υποχρέωση που αφορούσε το σιτάρι της οικογένειας. Ο πραγματικός της φόβος, όμως, ήταν άλλος.
«Αν έρθεις, θα σου δώσουν όπλο», της είπε.
Η γιαγιά φοβόταν ότι η έφηβη εγγονή της θα στρατολογούνταν και θα κινδύνευε να σκοτωθεί.
Η προσπάθειά της να την προστατεύσει δεν απέδωσε.
Την επόμενη νύχτα, σύμφωνα με την αφήγηση της Καλλιόπης, αντάρτες ήρθαν στο σπίτι και την πήραν ενώ κοιμόταν.
Δεν είχε επιλέξει να φύγει. Βρέθηκε ξαφνικά να ακολουθεί μια ομάδα ενόπλων προς τα βουνά, μακριά από το σπίτι και την οικογένειά της.
Αρχικά οδηγήθηκε σε περιοχή κοντά στους Ευζώνους και στη συνέχεια στα ορεινά καταλύματα των ανταρτών.
Οι συνθήκες ήταν δύσκολες. Κοιμούνταν πάνω σε ξύλα και κλαδιά, με λιγοστά στρωσίδια και κουβέρτες.
Η Καλλιόπη είχε φύγει από το σπίτι φορώντας ένα απλό φουστάνι. Στο βουνό τής έδωσαν παντελόνι και τσαρούχια, που την πλήγωναν στα πόδια και την έκαναν να γλιστρά.
Ακολούθησε εκπαίδευση στη χρήση όπλου, ένα Μάουζερ, και στη μεταφορά πυρομαχικών. Έκανε σκοπιές τη νύχτα και συμμετείχε στις δραστηριότητες που της ανέθεταν.
Θυμόταν ακόμη και περιστατικά στα οποία, παρά τις συνθήκες, δεν έχανε το χιούμορ της.
Σε μια άσκηση την έβαλαν να κατρακυλήσει σε μια πλαγιά. Οι άλλοι γελούσαν καθώς εκείνη κυλούσε χωρίς να μπορεί να σταματήσει.
«Γελάτε εσείς… εγώ έφυγα!», τους φώναζε.
Μια άλλη φορά συνάντησε μια γυναίκα που γνώριζε την οικογένειά της. Εκείνη την αναγνώρισε και τη ρώτησε με απορία τι έκανε στο βουνό.
«Ε, να… με πήραν», απάντησε η Καλλιόπη.
Τρεις απλές λέξεις που αποτύπωναν τη θέση της.
Η μαρτυρία της δεν αποσαφηνίζει πλήρως όλες τις μετακινήσεις και τα γεγονότα που ακολούθησαν. Εκείνο που προκύπτει είναι ότι, ύστερα από αυτή την εμπειρία, η ζωή της θα συνεχιζόταν μακριά από την Ελλάδα.

ΑΠΟ ΤΟ ΚΙΛΚΙΣ ΣΤΗ ΡΟΥΜΑΝΙΑ ΚΙ ΕΠΕΙΤΑ ΣΤΗΝ ΑΥΣΤΡΑΛΙΑ
Γύρω στο 1949, η Καλλιόπη βρισκόταν πλέον στη Ρουμανία.
Εκεί συνάντησε και άλλους Έλληνες που είχαν σκορπιστεί στα χρόνια του Εμφυλίου. Ανάμεσά τους ήταν ακόμη και άνθρωποι από τη γειτονιά της αδελφής της, στην Ξηρόβρυση, οι οποίοι είχαν επιζήσει από τη σφαγή.
Από αυτούς άκουσε πώς είχαν γλιτώσει, κατρακυλώντας σε μια πλαγιά για να ξεφύγουν από τους ενόπλους.
Η Ρουμανία έγινε ο τόπος μιας νέας αρχής.
Η Καλλιόπη έμαθε τη γλώσσα, εκπαιδεύτηκε και εργάστηκε σε μεγάλο βιομηχανικό συγκρότημα, όπου ζύγιζε φορτωμένα σιδηροδρομικά βαγόνια και συμπλήρωνε έγγραφα αποστολής.
Το κορίτσι που είχε αφήσει το σχολείο μετά από μόλις τρία χρόνια μάθαινε τώρα να διαβάζει και να γράφει σε μια άλλη γλώσσα. Παρακολουθούσε μαθήματα, έδινε εξετάσεις και προχωρούσε επαγγελματικά.
Στη Ρουμανία δημιούργησε οικογένεια με τον Θεόδωρο Δημητρίου και απέκτησαν δύο γιους, τον Δημήτρη και τον Αναστάσιο.
Αργότερα, η ζωή την έφερε στην Αυστραλία, όπου θα συναντούσε ξανά ανθρώπους από το παρελθόν της.
Ένας από αυτούς ήταν ο Πέτρος, το αγοράκι που είχε γεννηθεί το 1943 στο σπίτι της οικογένειάς της, μέσα στην Κατοχή.
Οι δυο τους ξαναβρέθηκαν στις αρχές της δεκαετίας του 1970, στην άλλη άκρη του κόσμου.
Ο αδελφός της Καλλιόπης, ο Μπάμπης, είχε διατηρήσει επαφή με την οικογένεια και έγινε αργότερα νονός ενός από τα παιδιά του Πέτρου.
Μια σχέση που είχε αρχίσει με τη φιλοξενία μιας οικογένειας στα χρόνια του πολέμου συνεχίστηκε, δεκαετίες αργότερα, μέσα από μια νέα κουμπαριά στην Αυστραλία.
Το 1971, η Καλλιόπη ξανασυνάντησε και τη μητέρα της, Ευδοκία.
Εκείνη είχε φυλάξει για χρόνια ένα ζευγάρι πλεκτές κάλτσες που είχε φτιάξει η Καλλιόπη όταν ήταν μικρό κορίτσι. Τις έφερε μαζί της στην Αυστραλία και της τις παρέδωσε, μαζί με μια μικρή παιδική κουβέρτα.
Τα αντικείμενα αυτά συνέδεαν τη γυναίκα που είχε γίνει πλέον η Καλλιόπη με το παιδί που κάποτε έπλεκε δίπλα στο τζάκι ενός φτωχικού σπιτιού στο Κιλκίς.
Στην Αυστραλία συνέχισε να εργάζεται και, όταν αργότερα συνταξιοδοτήθηκε, επέστρεψε στα θρανία, παρακολουθώντας μαθήματα αγγλικών και εκπαίδευσης ενηλίκων.
Η δίψα για μάθηση, που είχε μείνει ανεκπλήρωτη από τα παιδικά της χρόνια, δεν είχε σβήσει ποτέ.
Ούτε όμως και οι αναμνήσεις.
ΟΣΑ ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΣΕ ΝΑ ΣΒΗΣΕΙ Ο ΧΡΟΝΟΣ
Η διαδρομή της Καλλιόπης Προδρομίδου–Δημητρίου διατρέχει μερικές από τις πιο δύσκολες σελίδες της νεότερης ελληνικής ιστορίας.
Παιδί προσφύγων από τον Πόντο, μεγάλωσε μέσα στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, γνώρισε την Κατοχή και βρέθηκε αργότερα αντιμέτωπη με τη βία του Εμφυλίου. Έχασε τον πατέρα της, την αδελφή της, τον γαμπρό και το μικρό ανιψάκι της. Απομακρύνθηκε από το σπίτι της και χρειάστηκε να ξαναχτίσει τη ζωή της σε άλλες χώρες.
Όμως η μαρτυρία της δεν είναι μόνο μια αφήγηση απωλειών.
Είναι και η ιστορία των ανθρώπων που άνοιξαν την πόρτα τους στους κατατρεγμένους, της γιαγιάς που έφερε στον κόσμο ένα παιδί μέσα στην Κατοχή, των οικογενειακών δεσμών που επέζησαν του πολέμου και της ξενιτιάς.
Ανάμεσα στις αναμνήσεις που την ακολούθησαν μέχρι την Αυστραλία υπήρχαν πάντοτε τα δυο σκορπισμένα τσόκαρα της Ελένης, η γιαγιά που προσπαθούσε να κρατήσει την οικογένεια ενωμένη, τα παιδικά χρόνια που χάθηκαν.
Υπήρχε όμως και ο Πέτρος, το παιδί που γεννήθηκε το 1943 και το οποίο συνάντησε ξανά ύστερα από σχεδόν τρεις δεκαετίες.
Δύο όψεις της ίδιας ιστορίας: όσα ο πόλεμος καταστρέφει και όσα οι άνθρωποι καταφέρνουν να διασώσουν.
Και ίσως εκεί να βρίσκεται η μεγαλύτερη αξία αυτής της μαρτυρίας, 86 χρόνια μετά το ΟΧΙ: στη δυνατότητά της να μας θυμίζει ότι πίσω από τις ιστορικές επετείους, τις μάχες και τις χρονολογίες υπάρχουν ζωές που άλλαξαν οριστικά — αλλά και ανθρώπινες σχέσεις που αποδείχθηκαν πιο ανθεκτικές από τον χρόνο και την απόσταση.
*Το άρθρο βασίζεται στην προσωπική μαρτυρία της Καλλιόπης Προδρομίδου–Δημητρίου, η οποία είχε αποτελέσει τη βάση παλαιότερου αφιερώματος στη ζωή της. Για την παρούσα επετειακή έκδοση αξιοποιήθηκε εκ νέου το πρωτότυπο αφηγηματικό υλικό, με έμφαση στον πόλεμο του 1940, την Κατοχή και τα χρόνια του Εμφυλίου.
The post Η Καλλίτσα που μεγάλωσε ανάμεσα σε δύο πολέμους appeared first on ΝΕΟΣ ΚΟΣΜΟΣ.