Η παγκόσμια φάμπρικα της διαδικτυακής απάτης

Στην εξάρθρωση ενός δικτύου που εξαπατούσε τα θύματά του με πρόσχημα επενδύσεις σε κρυπτονομίσματα προχώρησε την Παρασκευή η αστυνομία στην Κατερίνη. Σύμφωνα με τις Αρχές, το δίκτυο υποσχόταν μέχρι και διπλασιασμό του αρχικού κεφαλαίου με σχεδόν μηδενικό ρίσκο, ενώ το ποσό που φέρεται να είχε επενδυθεί σε ηλεκτρονική πλατφόρμα ξεπερνούσε τα οκτώ εκατομμύρια δολάρια.

Οι Αρχές πραγματοποίησαν συντονισμένη επιχείρηση σε διάφορα σημεία της χώρας και συνέλαβαν συνολικά 17 άτομα – σε δύο από αυτά αποδίδεται ο ρόλος του αρχηγικού μέλους του δικτύου.

Η υπόθεση φέρνει για ακόμη μία φορά στην επιφάνεια ένα φαινόμενο που «χτυπάει την πόρτα» ανυποψίαστων θυμάτων διεθνώς: αυτό των διαδικτυακών απατών, με διεθνείς εκθέσεις να κατατάσσουν τα λεγόμενα scam centers ως μια από τις πιο κερδοφόρες και ανερχόμενες τάσεις του οργανωμένου εγκλήματος.

Από οποιοδήποτε μέρος του κόσμου

Αυτό υποστηρίζει μια έκθεση της Διεθνούς Πρωτοβουλίας κατά του Διασυνοριακού Οργανωμένου Εγκλήματος (GI-TOC), προσθέτοντας ότι σε ορισμένες περιπτώσεις το φαινόμενο παίρνει χαρακτηριστικά κανονικής βιομηχανίας.

Οπως προέκυψε από την έρευνα, τα κέντρα απάτης μπορεί να έχουν τη μορφή «φάμπρικας» με εκατοντάδες ή και χιλιάδες υπαλλήλους σε κάποια χώρα της Νοτιοανατολικής Ασίας, να βρίσκονται σε ένα μικρό διαμέρισμα στην Τουρκία, να έχουν ως βάση μια φτωχογειτονιά της Νιγηρίας ή μέχρι και φυλακές στην Κολομβία. Σε άλλες περιπτώσεις, παρουσιάζεται ως «βιτρίνα» μια νόμιμη επιχείρηση, όπως για παράδειγμα στοιχηματικές εταιρείες ή τηλεφωνικά κέντρα.

Μέσα σε κάποια από αυτά, η καθημερινότητα θυμίζει κανονική εταιρεία. Οι «υπάλληλοι» έχουν συγκεκριμένους στόχους, τους οποίους εάν φτάσουν θα πάρουν μπόνους από τους προϊσταμένους τους, ενώ τηρούνται 24ωρες βάρδιες ώστε να μπορούν να εξαπατούν θύματα σε διαφορετικές ζώνες ώρας.

Τα παραπάνω μπορεί να διαφέρουν από περιοχή σε περιοχή. Η έκθεση του GI-TOC κάνει ειδική αναφορά στα κέντρα απάτης στη Νοτιοανατολική Ασία – εκεί όπου εμφανίζεται το πιο ακραίο παράδειγμα: τα εγκληματικά δίκτυα αναγκάζουν χιλιάδες ανθρώπους από διάφορες χώρες να εργάζονται σε scam centers.

Πολλοί από αυτούς είναι θύματα εμπορίας ανθρώπων που κρατούνται υπό την απειλή της βίας, ενώ έχουν καταγραφεί περιπτώσεις όπου μια φαινομενικά κανονική αγγελία εργασίας κρύβει από πίσω της μια τέτοια πραγματικότητα: το θύμα trafficking γίνεται θύτης της απάτης για ανυποψίαστους πολίτες σε όλο τον κόσμο.

Μιανμάρ, Καμπότζη και Λάος θεωρούνται «παράδεισοι» για τα δίκτυα οργανωμένων διαδικτυακών απατών. Στις χώρες αυτές, σε μερικούς μόλις μήνες κατασκευάζονται από το μηδέν μικρές πόλεις που στεγάζουν τις εγκληματικές δραστηριότητες – ένα φαινόμενο που ξεκίνησε να παρατηρείται από το 2022. Στοιχεία του ΟΗΕ κάνουν λόγο μέχρι και για 120.000 ανθρώπους στη Μιανμάρ και άλλους 100.000 στην Καμπότζη που εξαναγκάζονται να δουλέψουν στα κέντρα απατών.

Αυτό που όμως μένει κοινό είναι η εκμετάλλευση της τεχνολογίας και της παγκόσμιας πρόσβασης που αυτή προσφέρει για να βρουν και να ξεγελάσουν το επόμενο θύμα τους, κάτι, που έχει γίνει ακόμη πιο εύκολο με τη διάδοση της τεχνητής νοημοσύνης.

Και όταν το βρουν, οι μορφές που παίρνουν οι απάτες είναι επίσης κοινές: ένας άνθρωπος που μπορεί να βρίσκεται στην άλλη άκρη του κόσμου και να μιλάει διαφορετική γλώσσα θα παριστάνει τον ερωτικό σύντροφο, θα προσφέρει οικονομικές επενδύσεις με κρυπτονομίσματα ή ακόμα και θα απειλήσει με κακόβουλο λογισμικό και σεξουαλικό εκβιασμό.

Οι «επενδύσεις» με κρυπτονομίσματα και ΑΙ

Ειδικοί κυβερνοασφάλειας επισημαίνουν ότι στην «καρδιά» κάθε επενδυτικής απάτης βρίσκονται οι συναλλαγές με κρυπτονομίσματα. Εκθεση του FBI για το 2025 έδειξε ότι τα εγκλήματα στο Διαδίκτυο «στέρησαν» από τους Αμερικανούς σχεδόν 21 δισεκατομμύρια δολάρια, με τις περισσότερες – και πιο δαπανηρές – καταγγελίες να σχετίζονται με κρυπτονομίσματα και την τεχνητή νοημοσύνη.

Σύμφωνα με το FBI, οι θύτες χειραγωγούν τα θύματα και τα πείθουν να καταθέσουν όλο και περισσότερα χρήματα σε «επενδύσεις» με κρυπτονομίσματα – συνήθως σε ψεύτικες εφαρμογές επένδυσης. Δημοσιογραφικές έρευνες έχουν αναδείξει ότι οι θύτες κερδίζουν την εμπιστοσύνη, λέγοντας στα θύματα ότι μπορούν να τους διδάξουν κερδοφόρες πρακτικές επένδυσης.

Για κάποιο διάστημα, τα θύματα βλέπουν τις «επενδύσεις» τους να αυξάνονται. Στην πραγματικότητα όμως τα κέρδη είναι ψεύτικα και τα χρήματα που κατατίθενται είναι υπό τον έλεγχο των εγκληματικών δικτύων, τα οποία, όπως επισημαίνουν οι αμερικανικές Αρχές, συνήθως βρίσκονται στο εξωτερικό.

Ο πραγματικός δράστης και ο αναλώσιμος

Πίσω στη χώρα μας, στον τρόπο λειτουργίας των κυκλωμάτων που αποσπούν χρήματα από απάτες, αλλά και σε ένα νομικό «παράδοξο» αναφέρθηκε, μιλώντας στα «ΝΕΑ», ο Δημήτρης Γεωργακόπουλος, δικηγόρος – ποινικολόγος που έχει χειριστεί πολλές σχετικές υποθέσεις:

«Στην εξαπάτηση συμπολιτών μας με κατάληξη την απόσπαση χρημάτων μέσω τραπεζικής μεταφοράς, κατά κανόνα εμπλέκονται τουλάχιστον 2 άτομα: αυτός που επικοινωνεί με το θύμα και το εξαπατά, και αυτός που διαθέτει τον τραπεζικό λογαριασμό του για να μεταφερθούν τα χρήματα της εξαπάτησης». Οπως εξηγεί ο δικηγόρος από αυτόν τον λογαριασμό ξεκινάει συνήθως και η έρευνα, ωστόσο ο συνεργάτης – δικαιούχος του λογαριασμού δεν είναι παρά ένας «αναλώσιμος». «Παραχωρεί την πρόσβαση στον λογαριασμό του, παραδίδοντας την τραπεζική κάρτα και το PIN της – λαμβάνοντας φυσικά μια μικρή αμοιβή». Αυτό όμως έχει, όπως λέει, ως αποτέλεσμα ο «πραγματικός» δράστης της απάτης να ταυτοποιείται σπάνια. «Η ευθύνη τελικά πέφτει στον “αναλώσιμο” συνεργό που ταυτοποιείται. Ο πραγματικός δράστης, με την εξελιγμένη εγκληματική πρόθεση, παραμένει στην αφάνεια. Το αποτέλεσμα είναι αφενός το θύμα να αναζητά τα χρήματά του από τον “αναλώσιμο” που δεν τα έχει, και ο “αναλώσιμος” να επωμίζεται εξ ολοκλήρου την ευθύνη απέναντι τόσο στο θύμα όσο και στη Δικαιοσύνη», καταλήγει ο δικηγόρος.