Ο μύθος του άφθαρτου

Ακούγοντας τα κόμματα – όσα τέλος πάντων το επιχειρούν – να επικαλούνται, ως στοιχείο της διευρυμένης τους αξίας, ότι επανδρώνονται με πρόσωπα, νέα και άφθαρτα που δεν έχουν καμιά σχέση με το φθαρμένο πολιτικό σύστημα, δικαιολογημένα θα αναρωτηθεί κανείς – αφού πρόκειται για πρόσωπα που για να εντάσσονται σε ένα κόμμα η έννοια της «καριέρας» δεν τους είναι καθόλου αμελητέα (μεταξύ μας καίγονται να την πραγματοποιήσουν) – , γιατί τα ίδια θα αποδειχθούν ως άφθαρτα, ισχυρότερα από το «διεφθαρμένο» πολιτικό σύστημα;

Σε τέτοιο μάλιστα σημείο, ώστε δεν θα ιδιοποιηθούν, από ένα σημείο και πέρα, τα «μέσα» που το σύστημα αυτό τους προσφέρει. Χωρίς να ισχυριζόμαστε πως ένα άφθαρτο πρόσωπο χρειάζεται, προκειμένου να κάνει καριέρα, να διαφθαρεί, θέλομε να τονίσομε ότι η βεβαιότητα πως επειδή πρόκειται για ένα άφθαρτο πρόσωπο τα πράγματα θα αλλάξουν προς το καλύτερο, είναι που δημιουργεί ως κάτι αναπόφευκτο αυτή τη διαδοχή ώστε να αποκαλύπτεται, μέσα στη διάρκεια μιας εικοσαετίας – ή και λιγότερο – ότι το φθαρμένο πρόσωπο εξελίχθηκε σε εξίσου διεφθαρμένο όσο κι ένα από τα παλαιά πρόσωπα του πολιτικού συστήματος.

Οπως αποδεικνύεται δηλαδή, η υπογράμμιση του «νέου» προσώπου, ως άφθαρτου, ήταν για να δημιουργηθεί η περιστασιακή συγκίνηση που πάντα προκαλεί το ρηξικέλευθα και επαναστατικά «νέο». Το ακόμη χειρότερο είναι πως συμπεριφερόμαστε όλοι μας σαν να μην γνωρίζουμε σε ποια εποχή ζούμε – δεν λέμε για «τόπο» γιατί λίγο πολύ παντού τα ίδια συμβαίνουν – και ότι θα ήταν δυνατόν ποτέ πέντε, δέκα – θέλετε είκοσι; – , είκοσι πρόσωπα με τις ευγενέστερες και πολύ ανιδιοτελείς προθέσεις, θα ήταν δυνατόν να συγκροτήσουν ένα αντίβαρο σε ένα πολλαπλάσιο αριθμό ανθρώπων που, χωρίς να το κρύβουν, οι κινήσεις τους, μαρτυρούν ακριβώς τις υπολογισμένες και συμφεροντολογικές τους προθέσεις;

Είναι λόγος αυτός, θα διερωτηθεί ακόμη και ο μη πολιτικοποιημένος, ώστε να παραμένουν τα πράγματα όπως έχουν; Ούτε συζήτηση, όχι. Φτάνει όμως να συνειδητοποιήσουμε όσο γίνεται περισσότεροι πως η λύση δεν είναι η εξαργυρώσιμη ποικιλότροπα άποψη, πως αρκεί να αναγνωρίζεται κάτι ως νέο και άφθαρτο για να μπορεί να αντικαταστήσει ή να διαδεχθεί το παλαιό και το φθαρμένο.

Δηλαδή δεν μπορεί να αλλάξει κάτι προς το καλύτερο χωρίς την αλλαγή μιας νοοτροπίας ή ενός συστήματος που εννοούν, όπως έχουν δρομολογηθεί και παγιωθεί, εδώ και δεκαετίες, ώστε το «νέο» να λογαριάζεται πάντα ως το ελπιδοφόρο, ενώ το παλαιό πάντα ως το παρακμασμένο που επιβάλλεται να καταργηθεί. Ασχετα αν παραμένουν συχνά τόσο σφιχταγκαλιασμένα μεταξύ τους, ώστε οι λογαριασμοί τους που, αν και φαντάζουν για τον ανυποψίαστο ως αγεφύρωτοι, στην πραγματικότητα είναι πλήρως εναρμονισμένοι.

Σχεδόν σαν η έννοια της διαδοχής να θεωρείται μοιραία και αναπόφευκτα συνδυασμένη με το γεγονός πως τα σημερινά και άφθαρτα πρόσωπα θα φθαρούν κι αυτά με το πέρασμα των χρόνων, ώστε θα χρειαστεί με τη σειρά τους να παραμερίσουν για να έρθουν στο προσκήνιο τα νέας κοπής άφθαρτα πρόσωπα.

Αν και θα ήταν αδύνατον να υπάρξει μια πιο εργολαβική αντίληψη του χρόνου, η κυριότερη συνέπεια παραμένει πως τα προβλήματα – τα όποια και όσα, και είναι πάρα πολλά – παύουν να αποτιμώνται στις ηθικές τους διαστάσεις – η μόνη εκτίμηση που θα μπορούσε να επιφέρει μια βελτίωσή τους – και κρίνονται σε σχέση μόνο με το πρακτικό τους αντίκρισμα, που καθιστά αναπόφευκτη, σχεδόν ως φυσιολογική, την εκδοχή το «νέο» και το «άφθαρτο» να εξελίσσονται σε «παλαιό» και «φθαρμένο» ή μάλλον «διεφθαρμένο».

Μέσα σε έναν κόσμο που περισσεύει η φθορά, και δυστυχώς η διαφθορά, το να υπογραμμίζεται κανείς ως άφθαρτος, δεν σημαίνει τίποτε περισσότερο παρά μια επαγγελματοποίηση της σχετικής έννοιας, αφού αυτό που λαμβάνεται υπόψη είναι η έστω και ανομολόγητη παραδοχή μιας καθολικά φθαρμένης και διεφθαρμένης ατμόσφαιρας, επομένως υπάρχει ένας προφανέστατος λόγος να λογαριαστεί ως αξία κάτι που έχει καταντήσει δυσεύρετο· με τις πιθανότητες η ιδιότητα του «άφθαρτου» να λειτουργήσει ως άλλοθι, να είναι πολύ περισσότερες, καθώς έχει επιστρατευτεί για πολύ συγκεκριμένους σκοπούς, όπως είναι οι ψηφοθηρικοί.