Όλα άρχισαν, όπως ίσως θα ταίριαζε σε μια τέτοια ιστορία, από ένα χαζό αστείο σε ένα κεμπαπτζίδικο.
Ο Athan Vlahogiannis και ο επί χρόνια φίλος του John Morgan βρίσκονταν στο Donner Kebabs, στο Moorabbin, όταν ο Vlahogiannis πέταξε μια ιδέα.
«Μπορείς να φανταστείς αντί για τους Ghostbusters που κυνηγούν φαντάσματα, να υπήρχαν οι Affair Busters, που θα έπιαναν ανθρώπους να έχουν εξωσυζυγικές σχέσεις;» λέει στον «Νέο Κόσμο».
Θα μπορούσε κάλλιστα να είχε χαθεί μέσα στις αμέτρητες χαζές συζητήσεις μεταξύ δύο παλιών φίλων. Αντί γι’ αυτό, ο Vlahogiannis και ο Morgan συνέχισαν να το κουβεντιάζουν στον δρόμο της επιστροφής.
«Τα λεπτά έγιναν μήνες, μέχρι που το αστείο μετατράπηκε σε ολόκληρη παράσταση», εξηγεί.
Τον Οκτώβριο, οι δυο τους ανεβάζουν στο Melbourne Fringe το Hank and Jordan’s Bodacious, Extraordinary, Wacky Adventure, μια κωμωδία διάρκειας μίας ώρας που στέλνει τους δύο ήρωές της σε μια όλο και πιο παράλογη αποστολή διάσωσης, από την Άγρια Δύση μέχρι το διάστημα.
Ο 23χρονος Vlahogiannis δεν έχει καμία αυταπάτη ότι το κοινό πρόκειται να παρακολουθήσει σοβαρό θέατρο. Ο συνεργάτης του, Morgan, έχει ήδη βρει ίσως την πιο εύστοχη κριτική για το ίδιο τους το έργο.
«Είναι η πιο ηλίθια παράσταση που θα δεις ποτέ», μεταφέρει ο Vlahogiannis τα λόγια του.
Κι όμως, κάτω από αυτή τη συνειδητή ανοησία βρίσκεται μια φιλία που κρατά από τα σχολικά χρόνια, η αγάπη για τις ταινίες και την κωμωδία με τις οποίες μεγάλωσαν και, για τον Vlahogiannis, η αδιαμφισβήτητη επιρροή μιας «θορυβώδους, αγαπημένης και συχνά χαοτικής ελληνικής οικογένειας».

ΜΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΜΕ ΑΦΘΟΝΟ ΥΛΙΚΟ
Ο Vlahogiannis μεγάλωσε στα νοτιοανατολικά προάστια της Μελβούρνης, μαζί με τους γονείς και τον μικρότερο αδελφό του, με οικογενειακούς δεσμούς που απλώνονται από τη βόρεια έως τη νότια Ελλάδα.
Η οικογένεια της μητέρας του κατάγεται από την Κοζάνη, με τον παππού του από το Λιβαδερό και τη γιαγιά του από την Καστανιά, ενώ από την πλευρά του πατέρα του οι παππούδες του κατάγονταν από τη Ναύπακτο και το χωριό Σίμος, στη Ναυπακτία.
Πήρε το όνομα του παππού του, Αθανασίου Βρόντζου, και λέει ότι η μητέρα και οι παππούδες του φρόντισαν συνειδητά ώστε η ελληνική γλώσσα, ο πολιτισμός και η παράδοση να παραμείνουν μέρος της ζωής του.
Και όσο για την ίδια την οικογένεια;
«Νομίζω ότι μπορώ να πω πως είμαστε πράγματι εξαιρετικά χαοτικοί», λέει στον «Νέο Κόσμο».
«Η οικογένειά μου απέχει πολύ από το να είναι τέλεια. Είμαστε αναποφάσιστοι και θορυβώδεις. Ταυτόχρονα όμως αγαπιόμαστε, νοιαζόμαστε ο ένας για τον άλλον και, για να το πω όσο πιο απλά γίνεται, είμαστε αστείοι».
Ακριβώς αυτός ο συνδυασμός αγάπης, φασαρίας και καβγάδων —με συγγενείς που παίρνουν τα πάντα κυριολεκτικά και ατάκες που σκάνε από το πουθενά— έχει περάσει αθόρυβα στην κωμωδία του.
Τα Χριστούγεννα, ειδικά, αποτελούν ανεξάντλητη πηγή υλικού.
«Όλοι στην οικογένειά μου παίρνουν τα πάντα κυριολεκτικά, οπότε είναι πάντα διασκεδαστικό να παίζεις με αυτό. Και φυσικά υπάρχουν αμέτρητοι καβγάδες για κάθε πιθανό θέμα, που στο τέλος καταλήγουν σε ανεξέλεγκτα γέλια», λέει.
«Κάποιες φορές απλώς κάθεσαι και σκέφτεσαι: “Το είπε στ’ αλήθεια αυτό η γιαγιά;” ή “Ο θείος μου μιλάει σοβαρά τώρα;”».
Οι προσωπικότητες αυτές βοήθησαν να διαμορφωθούν οι παράξενοι χαρακτήρες που κατοικούν στον κόσμο του Hank and Jordan, άλλοτε συνειδητά και άλλοτε χωρίς καν ο Vlahogiannis να αντιλαμβάνεται ότι συνέβαινε.
Η γιαγιά του, που έχει φύγει από τη ζωή, παραμένει ιδιαίτερα ζωντανή στη μνήμη του.
Θυμάται να την ακούει σε ατελείωτες τηλεφωνικές συνομιλίες. Τη στιγμή όμως που τα εγγόνια της έμπαιναν από την πόρτα, έλεγε απότομα σε όποιον βρισκόταν στην άλλη άκρη της γραμμής: «Εντάξει, πρέπει να κλείσω, ήρθαν τα εγγόνια μου».
Έκλεινε το τηλέφωνο, γύριζε προς το μέρος τους και ανακοίνωνε:
«Δεν ξέρουν τι τους γίνεται».
«Ο τρόπος που το έλεγε ήταν πάντα απίστευτος και το timing της αξεπέραστο μέσα στην οικογένειά μας», λέει.
Πίσω από το χιούμορ, ωστόσο, υπάρχει εμφανής τρυφερότητα.
«Μου λείπει πραγματικά πολύ. Είχε αυτή την ενέργεια που μπορούσε να φωτίσει ένα ολόκληρο δωμάτιο».

ΜΙΑ ΦΙΛΙΑ ΠΟΥ ΞΕΚΙΝΗΣΕ ΜΕ ΕΝΑ ΜΟΥΣΤΑΚΙ ΣΤΟ YEAR 7
Αν η οικογένεια του Vlahogiannis έδωσε ένα μέρος από το κωμικό DNA της παράστασης, ο Morgan ήταν παρών σχεδόν σε ολόκληρη τη δημιουργική διαδρομή.
Οι δυο τους γνωρίστηκαν στο Year 7 και η πρώτη εντύπωση του Vlahogiannis για τον μελλοντικό συνεργάτη του δεν ήταν ακριβώς βαθυστόχαστη.
«Δεν σκέφτηκα και τίποτα ιδιαίτερο τότε. Απλώς άλλο ένα παιδί στην τάξη μου με ένα τεράστιο μουστάκι», θυμάται.
«Και ναι, είχε πραγματικά μουστάκι στο Year 7».
Με τα χρόνια ήρθαν πιο κοντά, χάρη στην κοινή τους εμμονή με τους υπερήρωες, τα κινούμενα σχέδια, τον κινηματογράφο και την κωμωδία.
Ήδη από το Year 9 προσπαθούσαν να ανέβουν στη σκηνή. Μαζί με τον φίλο τους Carsten συμμετείχαν στον διαγωνισμό Class Clowns του Melbourne International Comedy Festival.
Δεν προκρίθηκαν, αλλά αυτό ελάχιστα τους πτόησε. Στα σχολικά τους χρόνια επινοούσαν συνεχώς αστεία και κωμικές ιδέες, ενώ παρουσίαζαν μαζί ακόμη και μια πρωινή ραδιοφωνική εκπομπή στο Southern FM.
«Αν μου έλεγες στο Year 10 ότι κάποια μέρα θα κάναμε παράσταση στο Fringe με τον φίλο μου John Morgan, θα είχα τρελαθεί — δεν θα το πίστευα», λέει ο Vlahogiannis.
Χρόνια αργότερα, αυτή η φιλία βρίσκεται στην καρδιά της παράστασης που έγραψαν και τώρα παρουσιάζουν μαζί.
ΑΠΟ ΤΟΥΣ GHOSTBUSTERS ΣΤΟΥΣ «AFFAIR BUSTERS»
Ο τίτλος Hank and Jordan’s Bodacious, Extraordinary, Wacky Adventure είναι αρκετά χαρακτηριστικός για το τι πρόκειται να ακολουθήσει.
Η σύζυγος του Jordan εξαφανίζεται μυστηριωδώς και ο Jordan με τον Hank ξεκινούν μια αποστολή διάσωσης, η οποία πολύ γρήγορα χάνει κάθε σχέση με την κανονικότητα.
Ωστόσο, η έμπνευση για την παράσταση είχε ξεκινήσει πολύ πριν από εκείνη τη συζήτηση στο κεμπαπτζίδικο του Moorabbin.
Ο Vlahogiannis μεγάλωσε βλέποντας τις ταινίες της δεκαετίας του 1980 που αγαπούσε ο πατέρας του: Back to the Future, Top Gun, Ghostbusters και Ferris Bueller’s Day Off.
«Χωρίς την αγάπη και την εκτίμηση που έχω για αυτές τις ταινίες, δεν θα είχα ποτέ την ιδέα που τελικά έγινε το Hank and Jordan», λέει.
Μετά το αστείο με τους «Affair Busters», εκείνος και ο Morgan άρχισαν να αναρωτιούνται αν θα μπορούσαν να χτίσουν μια ολόκληρη παραγωγή για το Fringe πάνω σε αυτή την ιδέα.
Ο Vlahogiannis στη συνέχεια ταξίδεψε στο εξωτερικό και, όταν επέστρεψε, οι δυο τους έπιασαν δουλειά.
Εκείνο το τυχαίο αστείο τελικά δεν ξεχάστηκε.
Οι ευρύτερες κωμικές επιρροές τους είναι εξίσου εκλεκτικές: από το Seinfeld και το The Naked Gun μέχρι το It’s Always Sunny in Philadelphia, το Smiling Friends και τον Zach Galifianakis.
Για τον Vlahogiannis όμως υπάρχει και μια δεύτερη κωμική παράδοση που κινείται παράλληλα με όλες αυτές τις επιρροές — και οδηγεί πίσω στην Ελλάδα.

«Η ΓΙΑΓΙΑ ΜΟΥ ΜΕ ΦΩΝΑΖΕ ΒΕΓΓΟ»
Ως παιδί, ο Vlahogiannis δεν καταλάβαινε αρχικά γιατί η γιαγιά του τον φώναζε «Βέγγο» κάθε φορά που έκανε ιδιαίτερα χαζά πράγματα.
Αργότερα ανακάλυψε τον θρυλικό Έλληνα ηθοποιό Θανάση Βέγγο, στη διάρκεια ενός ταξιδιού στην Ελλάδα με έναν φίλο του από το ελληνικό σχολείο.
Ένα καλοκαίρι, ενώ περπατούσαν στην Καλλιθέα μαζί με τον παππού του φίλου του, έτυχε να βρεθούν μπροστά σε έναν θερινό κινηματογράφο που πρόβαλλε ταινία του Βέγγου.
Ο Vlahogiannis μαγεύτηκε από τον τρόπο που ο ηθοποιός χρησιμοποιούσε ολόκληρο το σώμα του και από την αστείρευτη ενέργειά του, καταλαβαίνοντας πλέον γιατί η γιαγιά του τον συνέκρινε μαζί του τόσα χρόνια.
«Έμεινα πραγματικά άφωνος με την ενέργειά του. Ήταν πράγματι ένας άνθρωπος μπροστά από την εποχή του», λέει.
Ύστερα ήρθαν οι Ελληνοαυστραλοί δημιουργοί.
Ο Nick Giannopoulos και οι Superwog είχαν ισχυρή παρουσία στο σπίτι της οικογένειας Vlahogiannis. Για τον μικρό Athan προσέφεραν κάτι ιδιαίτερα σημαντικό: ανθρώπους που του φαίνονταν οικείοι, διαλόγους που του θύμιζαν το σπίτι του και οικογένειες που ακούγονταν λίγο σαν τη δική του.
Το The Wog Boy, ειδικά, ήρθε σε μια εποχή που δυσκολευόταν με το χάος της οικογένειάς του και αναζητούσε αυτό που φανταζόταν ως «κανονικότητα».
Η ταινία, όμως, τον βοήθησε να αλλάξει οπτική.
«Ένα πράγμα που μου έμαθε αυτή η ταινία ήταν να αποδέχομαι την οικογένεια που έχω, αλλά και αυτό που είμαι εγώ ως άνθρωπος», λέει.
«Όλες αυτές οι ιστορίες έχουν ένα κοινό: σου λένε να αποδέχεσαι αυτό που είσαι».
Αυτό δεν σημαίνει ότι ο Vlahogiannis επιδιώκει να δημιουργεί έργα που είναι εμφανώς ή αποκλειστικά «ελληνικά».
Βλέπει την πολιτισμική καταγωγή λιγότερο ως ένα προκαθορισμένο θέμα και περισσότερο ως μια οπτική μέσα από την οποία ένας δημιουργός μπορεί να αφηγηθεί αυθεντικά τις ιστορίες του.
Κάποια χαρακτηριστικά, πάντως, περνούν αναπόφευκτα από γενιά σε γενιά.
«Νομίζω ότι το κομμάτι της ελληνικής μου ταυτότητας που με ακολουθεί περισσότερο και εκτός σκηνής είναι το πόσο δυνατά μιλάω, πόσο γρήγορα μιλάω και πόσο μου αρέσει να πιάνω κουβέντα με τον καθένα», λέει.
«Δεν μπορώ να μην αναγνωρίζω σε όλα αυτά χαρακτηριστικά που είχαν και οι παππούδες μου».
Αντί να τα πολεμά, έχει μάθει να χαίρεται βλέποντάς τα να εμφανίζονται και στον ίδιο.
«Είναι πραγματικά πολύ όμορφο να νιώθεις ότι κάποια πράγματα έχουν περάσει σε σένα από τις προηγούμενες γενιές».

Η ΑΦΗΓΗΣΗ ΠΕΡΑ ΑΠΟ ΤΗ ΓΛΩΣΣΑ ΚΑΙ ΤΟ ΦΑΓΗΤΟ
Για τους νεότερους Ελληνοαυστραλούς, οι συζητήσεις γύρω από τη διατήρηση της ταυτότητας επικεντρώνονται συχνά στη γλώσσα, το φαγητό, τις εκκλησίες, τους συλλόγους και τις κοινοτικές οργανώσεις.
Ο Vlahogiannis πιστεύει ότι η κωμωδία και η τέχνη πρέπει να αποτελούν εξίσου μέρος αυτής της συζήτησης.
Άλλωστε, όπως λέει, οι Έλληνες αφηγούνται ιστορίες ο ένας στον άλλον εδώ και χιλιάδες χρόνια.
«Μέσα στον ελληνικό πολιτισμό, η αφήγηση ιστοριών αποτελεί θεμελιώδες στοιχείο του ποιοι είμαστε ως λαός», λέει, αναφερόμενος στη μυθολογία και την Οδύσσεια.
«Αυτές οι ιστορίες έχουν περάσει από γενιά σε γενιά, γιατί τελικά δημιουργούν έναν δεσμό ανάμεσα στους ανθρώπους».
Για εκείνον, υπάρχει κάτι αξιοθαύμαστο στην ιδέα ότι ιστορίες μπορούν να ταξιδεύουν μέσα στους αιώνες και τις γενιές, να αλλάζουν στην πορεία και παρ’ όλα αυτά να εξακολουθούν να ενώνουν τους ανθρώπους.
Στη δική του περίπτωση, αυτή η παράδοση της αφήγησης παίρνει σήμερα τη μορφή ενός σχολικού φίλου με μουστάκι, μιας απαγωγής, σκόπιμα εξωφρενικών χαρακτήρων και μιας περιπέτειας που καταλήγει μέχρι και στο διάστημα.Ίσως τελικά αυτό ακριβώς να είναι το νόημα.
«ΜΙΑ ΩΡΑ ΑΠΟΛΥΤΗΣ ΑΝΟΗΣΙΑΣ»
Για τον Vlahogiannis, η συμμετοχή στο Melbourne Fringe έχει ιδιαίτερη σημασία.
Για τρία χρόνια παρακολουθούσε φίλους του να εμφανίζονται σε σκηνές σε ολόκληρη τη Μελβούρνη και ένιωθε όλο και περισσότερο την ανάγκη να ανακαλύψει τι συμβαίνει όταν η κωμωδία εγκαταλείπει την ασφάλεια της κάμερας.
Στη σκηνή, λέει, «δεν υπάρχει οθόνη να λειτουργεί σαν φίλτρο ανάμεσα σε σένα και το κοινό. Είσαι απλώς εσύ κι εκείνοι μέσα σε ένα δωμάτιο».
Τώρα ήρθε η δική του σειρά.
«Το ότι συμμετέχω φέτος είναι πραγματικά σαν να γίνεται πραγματικότητα ένα μεγάλο όνειρο», λέει.
«Είμαι όντως αγχωμένος, ενθουσιασμένος και ανυπομονώ να παρουσιάσω το έργο πάνω στο οποίο δουλεύουμε με τον John όλη τη χρονιά».
Για το Hank and Jordan’s Bodacious, Extraordinary, Wacky Adventure δίνει πάντως μία υπόσχεση.
«Αυτή η παράσταση θα είναι μία ώρα απόλυτης ανοησίας», λέει γελώντας, προσθέτοντας ότι ελπίζει μέσα σε όλο αυτό το χάος να επιβιώνει και κάτι ανθρώπινο.
Ή, όπως το έθεσε ο Morgan:
«Είναι η πιο ηλίθια παράσταση που θα δεις ποτέ».
Ο ίδιος ο Vlahogiannis κλείνει με τον δικό του τρόπο:
«Η ζωή δεν διαφέρει και πολύ από αυτή την παράσταση! Είναι παράξενη, κάποιες φορές δεν βγάζει κανένα νόημα, κι όμως είναι γεμάτη υπέροχες στιγμές και ευκαιρίες. Αλλά τι ξέρω κι εγώ; Είμαι ένας 23χρονος τύπος με πολλή καρδιά. Τα λέμε εκεί!»
Το Hank and Jordan’s Bodacious, Extraordinary, Wacky Adventure ανεβαίνει στο Gasworks Studio Theatre, στο Albert Park, από τις 8 έως τις 10 Οκτωβρίου, στις 6 μ.μ.
Η παράσταση θα έχει διάρκεια 60 λεπτών και εντάσσεται στο πρόγραμμα του Melbourne Fringe.
Περισσότερες πληροφορίες είναι διαθέσιμες στη σελίδα εκδηλώσεων του Greek Guide του «Νέου Κόσμου».

The post Ο Athan Vlahogiannis φέρνει το ελληνικό οικογενειακό χάος στο Melbourne Fringe appeared first on ΝΕΟΣ ΚΟΣΜΟΣ.