Όταν μια λέξη μπορεί να αλλάξει τα πάντα

Η σκηνή θα μπορούσε να εκτυλίσσεται σε οποιοδήποτε ιατρείο. Ένας γιατρός μιλά στον ασθενή του. Του εξηγεί την κατάστασή του, ίσως μια διάγνωση, μια θεραπεία ή τα επόμενα βήματα που πρέπει να ακολουθήσουν.

Ο ασθενής ακούει και κουνά καταφατικά το κεφάλι.

«Yes, yes», απαντά.

Όλα δείχνουν ότι έχει καταλάβει.

Όταν όμως στη συζήτηση μπαίνει ο διερμηνέας και οι ίδιες πληροφορίες φτάνουν στον ασθενή στη γλώσσα στην οποία αισθάνεται πραγματικά άνετα, η εικόνα αλλάζει. Ξαφνικά υπάρχουν ερωτήσεις. Φόβοι. Απορίες. Ακόμη και σημαντικές πληροφορίες που μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν είχαν εκφραστεί.

Είναι μια εικόνα που η Βούλα Τομάρα έχει συναντήσει πολλές φορές στα 17 χρόνια που εργάζεται στο Austin Health.

«Το ότι κάποιος μπορεί να επικοινωνεί στα αγγλικά στην καθημερινότητά του δεν σημαίνει απαραίτητα ότι μπορεί να κατανοήσει πλήρως σύνθετες ιατρικές πληροφορίες, ιδιαίτερα όταν είναι άρρωστος, φοβισμένος ή πονά», λέει.

Για εκείνη, αυτές οι στιγμές αποτυπώνουν ίσως καλύτερα από οτιδήποτε άλλο τι πραγματικά σημαίνει η δουλειά του διερμηνέα.

Δεν είναι απλώς η μεταφορά λέξεων από τη μία γλώσσα στην άλλη. Είναι η διασφάλιση ότι ο άνθρωπος που βρίσκεται απέναντι στον γιατρό, τον δικηγόρο, τον αστυνομικό ή το δικαστήριο έχει πράγματι καταλάβει όσα του λένε — και μπορεί να εκφράσει με την ίδια ακρίβεια όσα ο ίδιος θέλει να πει.

Πιστοποιημένη διερμηνέας και μεταφράστρια από το NAATI, όπου εργάζεται επίσης ως εξετάστρια, η Βούλα Τομάρα έχει βρεθεί σε επείγοντα περιστατικά, σε συζητήσεις γύρω από σοβαρές διαγνώσεις, πριν από χειρουργικές επεμβάσεις, δίπλα σε οικογένειες που καλούνται να πάρουν δύσκολες αποφάσεις, αλλά και σε νομικά και αστυνομικά περιβάλλοντα, όπου μια λέξη μπορεί να αποκτήσει βαρύτητα πολύ μεγαλύτερη από αυτήν που έχει στην καθημερινότητα.

Και κάπου εκεί αρχίζει μια συζήτηση που αφορά πολύ περισσότερα από το επάγγελμα του διερμηνέα.

Αφορά τη γλώσσα. Τη μετανάστευση. Την υπερηφάνεια. Τον φόβο. Την οικογένεια. Τα δικαιώματα.

Και τελικά, το τι σημαίνει να μπορεί ένας άνθρωπος να έχει πραγματικά φωνή.

Σε ένα νοσοκομειακό περιβάλλον, η σαφής και ακριβής επικοινωνία μπορεί να επηρεάσει ουσιαστικά την κατανόηση, τη συναίνεση και την ασφάλεια του ασθενούς. (Τα πρόσωπα έχουν καλυφθεί για λόγους ιδιωτικότητας).

«ΜΕΤΑ ΑΠΟ ΤΟΣΑ ΧΡΟΝΙΑ ΘΑ ΕΠΡΕΠΕ ΝΑ ΤΑ ΚΑΤΑΦΕΡΝΩ ΜΟΝΟΣ ΜΟΥ»

Στην ελληνική παροικία της Αυστραλίας, η Βούλα συναντά συχνά ανθρώπους που, παρά το γεγονός ότι ζουν στη χώρα εδώ και δεκαετίες, διστάζουν να ζητήσουν τη βοήθεια διερμηνέα.

«Ιδιαίτερα στην ελληνική παροικία συναντώ ανθρώπους που ζουν στην Αυστραλία σαράντα, πενήντα ή και περισσότερα χρόνια και αισθάνονται ότι, μετά από τόσα χρόνια, “θα έπρεπε” να μπορούν να τα καταφέρουν μόνοι τους στα αγγλικά», λέει.

«Υπάρχει κάποιες φορές μια υπερηφάνεια, ίσως και μια μικρή ντροπή, σαν το να ζητήσουν διερμηνέα να σημαίνει ότι δεν έχουν ενταχθεί στην αυστραλιανή κοινωνία».

Η ίδια είναι ξεκάθαρη: δεν σημαίνει καθόλου αυτό.

Γιατί άλλο είναι να μπορεί κάποιος να κάνει τις καθημερινές του συναλλαγές ή μια απλή συζήτηση στα αγγλικά και άλλο να πρέπει να κατανοήσει μια σοβαρή διάγνωση, ένα νομικό έγγραφο, τα δικαιώματά του ή μια διαδικασία που μπορεί να έχει σημαντικές συνέπειες για τη ζωή του.

Και τότε, όπως εξηγεί, συμβαίνει κάτι πολύ ανθρώπινο.

«Όταν φοβόμαστε, πονάμε ή βρισκόμαστε σε μια κατάσταση μεγάλης πίεσης, στις πιο ευάλωτες στιγμές μας, πολλές φορές επιστρέφουμε στη γλώσσα της καρδιάς μας».

«ΘΑ ΜΕΤΑΦΡΑΣΕΙ ΤΟ ΠΑΙΔΙ»

Μια άλλη αντίληψη που εξακολουθεί να συναντά συχνά είναι ότι ο επαγγελματίας διερμηνέας δεν είναι απαραίτητος, αφού μπορεί να μεταφράσει κάποιο μέλος της οικογένειας.

Ένας συγγενής μπορεί να μιλά άριστα και τις δύο γλώσσες και να έχει φυσικά τις καλύτερες προθέσεις. Αυτό όμως, όπως επισημαίνει η Βούλα, δεν τον καθιστά επαγγελματία διερμηνέα.

«Επειδή είναι συναισθηματικά εμπλεκόμενος, μπορεί χωρίς καν να το συνειδητοποιεί να παραλείψει κάτι, να το απλοποιήσει, να προσθέσει τη δική του εξήγηση ή ακόμη και να θελήσει να “προστατεύσει” τον άνθρωπό του από μια δύσκολη πληροφορία».

Στον χώρο της υγείας, η ιατρική ορολογία, η ακρίβεια, η εμπιστευτικότητα και η συγκατάθεση προσθέτουν ακόμη μεγαλύτερη ευθύνη.

Το ίδιο ισχύει, όμως, και σε μια νομική ή αστυνομική διαδικασία, όπου ένας άνθρωπος πρέπει να κατανοήσει πλήρως τα δικαιώματά του, μια ερώτηση που του τίθεται ή ένα έγγραφο πριν συμφωνήσει ή υπογράψει κάτι.

Για τη Βούλα, υπάρχει όμως και ένα ακόμη όριο που δεν πρέπει να ξεπερνιέται.

«Τα παιδιά, και κυρίως τα ανήλικα παιδιά, δεν πρέπει να αναλαμβάνουν την ευθύνη να μεταφέρουν σοβαρές πληροφορίες στους γονείς τους. Είναι ένα βάρος που δεν τους αναλογεί».

Είναι μια εικόνα οικεία σε πολλές οικογένειες μεταναστών: παιδιά που έμαθαν αγγλικά γρηγορότερα από τους γονείς τους και βρέθηκαν από μικρή ηλικία να εξηγούν επιστολές, έγγραφα, συνομιλίες με υπηρεσίες ή ακόμη και πολύ πιο σοβαρά ζητήματα.

ΟΤΑΝ ΜΙΑ ΛΕΞΗ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΑΛΛΑΞΕΙ ΤΑ ΠΑΝΤΑ

Στο νομικό και αστυνομικό περιβάλλον, η ακρίβεια είναι απολύτως κρίσιμη.

Η κα Τομάρα δίνει ένα απλό αλλά χαρακτηριστικό παράδειγμα:

«Είδα».

«Νομίζω ότι είδα».

«Υπέθεσα».

«Μου είπαν ότι είδαν».

Οι διαφορές μπορεί να μοιάζουν μικρές, όμως το νόημα αλλάζει ουσιαστικά.

«Ως διερμηνέας δεν μπορείς να διορθώσεις τον ομιλητή, να κάνεις τα λόγια του πιο όμορφα ή πιο σαφή, ούτε να τον κάνεις να ακούγεται πιο βέβαιος απ’ όσο ήταν στην πραγματικότητα», εξηγεί.

«Πρέπει να αποδώσεις αυτό που ειπώθηκε».

Για έναν ελληνόφωνο που βρίσκεται ίσως για πρώτη φορά σε δικαστήριο, σε αστυνομικό τμήμα ή σε μια περίπλοκη νομική διαδικασία, το να μπορεί να κατανοήσει ακριβώς τι συμβαίνει και να εκφραστεί με την ίδια ακρίβεια μπορεί να είναι καθοριστικό.

«Σε τέτοια περιβάλλοντα μπορεί να διακυβεύονται τα δικαιώματα ενός ανθρώπου, η έκβαση μιας δικαστικής υπόθεσης ή ακόμη και η ελευθερία του», τονίζει η κα Τομάρα.

«Δεν υπάρχει περιθώριο να υποθέσεις, να προσθέσεις ή να αλλάξεις κάτι από αυτά που ειπώθηκαν».

Στο νομικό και δικαστικό περιβάλλον, η ακρίβεια στη διερμηνεία είναι κρίσιμη, καθώς ακόμη και μια μικρή διαφοροποίηση στη διατύπωση μπορεί να αλλάξει το νόημα όσων έχουν ειπωθεί.

Η ΓΛΩΣΣΑ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΜΟΝΟ ΛΕΞΕΙΣ

Υπάρχει όμως και κάτι ακόμη που κάνει τη δουλειά πιο σύνθετη: η γλώσσα δεν μεταφέρει μόνο πληροφορίες. Μεταφέρει πολιτισμό, εμπειρίες και έναν ολόκληρο τρόπο έκφρασης.

«Στα ελληνικά έχουμε έναν πολύ ιδιαίτερο και εκφραστικό τρόπο να περιγράφουμε αυτά που νιώθουμε», λέει η Βούλα.

Κάποιος μπορεί να πει «μου κόπηκαν τα πόδια», «με έπιασε η καρδιά μου», «έχω ένα βάρος εδώ».

Αν μια τέτοια φράση μεταφραστεί κατά λέξη, μπορεί στα αγγλικά να αποκτήσει διαφορετικό νόημα.

Το ότι η ίδια είναι Ελληνοαυστραλή και έχει μεγαλώσει ανάμεσα στις δύο γλώσσες και στους δύο πολιτισμούς τη βοηθά να αναγνωρίζει αυτές τις αποχρώσεις. Δεν σημαίνει, ωστόσο, ότι ο διερμηνέας έχει το δικαίωμα να ερμηνεύει ελεύθερα όσα ακούει.

«Δεν είμαι εκεί για να εξηγήσω εγώ τι “πιστεύω” ότι εννοεί ο άνθρωπος που έχω απέναντί μου», λέει.

«Είμαι εκεί για να μεταφέρω όσο το δυνατόν πιστότερα αυτό που λέει, διατηρώντας το ύφος, την ένταση και την πρόθεσή του και, όταν υπάρχει πραγματικός κίνδυνος γλωσσικής ή πολιτισμικής παρανόησης, να ζητήσω την απαραίτητη διευκρίνιση».

«ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΣΤΙΓΜΕΣ ΠΟΥ ΤΙΣ ΠΑΙΡΝΕΙΣ ΜΑΖΙ ΣΟΥ»

Υπάρχουν, βέβαια, και στιγμές στις οποίες ο επαγγελματικός ρόλος συναντά την ανθρώπινη ευαισθησία.

Η Βούλα έχει βρεθεί πολλές φορές μπροστά σε έναν άνθρωπο που ακούει μια πολύ σοβαρή διάγνωση ή σε μια οικογένεια που έρχεται αντιμέτωπη με μια εξαιρετικά δύσκολη πραγματικότητα.

«Σε τέτοιες στιγμές γνωρίζεις ότι τα λόγια που μεταφέρεις μπορεί να μείνουν χαραγμένα στη μνήμη κάποιου για πάντα», λέει.

Ο ρόλος της, ωστόσο, παραμένει σαφής.

Δεν είναι εκείνη που δίνει τη διάγνωση ή τη νομική συμβουλή. Δεν βρίσκεται εκεί για να συμβουλεύσει ή να επηρεάσει.

Έχει όμως την ευθύνη να μεταφέρει όσα ειπώθηκαν με ακρίβεια, χωρίς να αλλάξει ούτε το νόημα ούτε τον τόνο.

«Για μένα, επαγγελματική ουδετερότητα δεν σημαίνει ότι παύεις να είσαι άνθρωπος», λέει η Βούλα.

«Δεν σημαίνει ότι δεν αισθάνεσαι ή ότι δεν σε αγγίζει αυτό που συμβαίνει μπροστά σου. Σημαίνει ότι δεν επιτρέπεις στο δικό σου συναίσθημα να επηρεάσει τον τρόπο με τον οποίο μεταφέρεις το μήνυμα».

Και παρά την εμπειρία των χρόνων, υπάρχουν κάποιες στιγμές που δεν τελειώνουν απαραίτητα όταν ολοκληρώνεται η διερμηνεία.

«Υπάρχουν στιγμές που τις παίρνεις μαζί σου όταν κλείσει η πόρτα. Με τα χρόνια μαθαίνεις να τις διαχειρίζεσαι, χωρίς όμως να χάνεις την ενσυναίσθησή σου».

ΜΠΟΡΕΙ Η ΤΕΧΝΗΤΗ ΝΟΗΜΟΣΥΝΗ ΝΑ ΑΝΤΙΚΑΤΑΣΤΗΣΕΙ ΤΟΝ ΔΙΕΡΜΗΝΕΑ;

Στην εποχή της τηλεδιερμηνείας, των εργαλείων αυτόματης μετάφρασης και της τεχνητής νοημοσύνης, τίθεται αναπόφευκτα και το ερώτημα αν ο επαγγελματίας διερμηνέας μπορεί κάποτε να αντικατασταθεί από την τεχνολογία.

Η κα Τομάρα δεν αντιμετωπίζει την τεχνολογία φοβικά.

«Η τεχνολογία έχει εξελιχθεί εντυπωσιακά και θεωρώ ότι μπορεί να είναι ένα εξαιρετικά χρήσιμο εργαλείο. Δεν είμαι καθόλου εναντίον της τεχνολογίας — το αντίθετο. Πρέπει όμως να γνωρίζουμε πού βρίσκονται τα όριά της».

Και αυτά τα όρια γίνονται περισσότερο εμφανή όταν η επικοινωνία δεν αφορά μια απλή καθημερινή συνεννόηση.

Η ανθρώπινη επικοινωνία περιλαμβάνει ιδιωματισμούς, πολιτισμικές αναφορές, τον τόνο της φωνής, τον δισταγμό, ασάφειες, συναίσθημα και πολλές φορές στοιχεία που χρειάζονται διευκρίνιση.

«Ένα σύστημα αυτόματης μετάφρασης μπορεί να δώσει μια απάντηση που ακούγεται απολύτως σωστή και παρ’ όλα αυτά να μην αποδίδει με ακρίβεια αυτό που πραγματικά ειπώθηκε».

Σε μια απλή καθημερινή περίσταση αυτό μπορεί να μην έχει ιδιαίτερη σημασία. Όταν όμως ένας ασθενής καλείται να συναινέσει σε μια χειρουργική επέμβαση ή ένας άνθρωπος πρέπει να κατανοήσει μια ερώτηση που του θέτει η αστυνομία, τα δικαιώματά του ή όσα συμβαίνουν σε μια δικαστική διαδικασία, το περιθώριο λάθους είναι διαφορετικό.

«Η τεχνολογία μπορεί και πρέπει να μας υποστηρίζει. Δεν πιστεύω όμως ότι μπορεί να αντικαταστήσει, ιδιαίτερα σε κρίσιμες καταστάσεις, την ακρίβεια, την επαγγελματική κρίση και την ανθρώπινη διάσταση που προσφέρει ένας καταρτισμένος επαγγελματίας διερμηνέας».

Ο ΔΙΕΡΜΗΝΕΑΣ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ Η «ΕΣΧΑΤΗ ΛΥΣΗ»

Αν μπορούσε να αλλάξει ένα πράγμα, η Βούλα θα ήθελε να αλλάξει ο τρόπος με τον οποίο συχνά αντιμετωπίζεται η διερμηνεία: ως μια λύση που επιστρατεύεται όταν η επικοινωνία έχει ήδη δυσκολέψει ή αποτύχει.

«Όταν υπάρχει πραγματική γλωσσική ανάγκη, θα ήθελα αυτή να αναγνωρίζεται από την αρχή και ο επαγγελματίας διερμηνέας να εντάσσεται έγκαιρα στη διαδικασία», λέει.

Θα ήθελε επίσης οι ίδιοι οι επαγγελματίες και οι υπηρεσίες να αισθάνονται άνετα να προτείνουν τη χρήση διερμηνέα, αντί να περιμένουν πάντοτε από τον ασθενή ή τον ελληνόφωνο πολίτη να το ζητήσει.

Γιατί κάποιοι διστάζουν.

Κάποιοι ντρέπονται.

Κάποιοι φοβούνται μήπως ενοχλούν ή καθυστερούν τους άλλους.

Και κάποιοι μπορεί απλώς να υπερεκτιμούν πόσα έχουν πραγματικά κατανοήσει.

«Ο επαγγελματίας διερμηνέας δεν είναι εμπόδιο στην επικοινωνία ούτε μια περιττή προσθήκη στη διαδικασία», τονίζει.

«Όταν πραγματικά χρειάζεται, είναι αυτός που βοηθά ώστε η επικοινωνία να γίνει σωστά από την αρχή».

Γιατί η δυνατότητα να κατανοεί κάποιος πλήρως τι του λένε και να μπορεί να εκφράσει με ακρίβεια τις δικές του ανάγκες, ερωτήσεις και επιλογές «δεν είναι πολυτέλεια. Είναι θέμα ασφάλειας, ισότιμης πρόσβασης και σεβασμού».

«ΕΣΕΙΣ ΕΧΕΤΕ ΤΗ ΦΩΝΗ ΣΑΣ»

Και αυτό είναι ίσως το μήνυμα που θέλει περισσότερο να φτάσει στους ελληνόφωνους της Αυστραλίας που εξακολουθούν να ντρέπονται ή να διστάζουν να ζητήσουν βοήθεια.

Το να ζητήσει κάποιος διερμηνέα δεν σημαίνει ότι δεν ξέρει αγγλικά. Ούτε αναιρεί τα χρόνια που έχει ζήσει, εργαστεί και δημιουργήσει τη ζωή του στην Αυστραλία.

Σημαίνει απλώς ότι, σε μια σημαντική στιγμή, θέλει να είναι βέβαιος ότι έχει καταλάβει σωστά και ότι μπορεί να εκφράσει ακριβώς αυτό που θέλει να πει.

«Ο επαγγελματίας διερμηνέας δεν βρίσκεται εκεί για να σας κρίνει, ούτε για να μιλήσει αντί για εσάς», λέει η Βούλα.

«Εσείς έχετε τη φωνή σας. Έχετε το δικαίωμα να εκφραστείτε, να ρωτήσετε, να ζητήσετε διευκρινίσεις και να συμμετέχετε ενεργά σε κάθε συζήτηση που αφορά τη ζωή, την υγεία και το μέλλον σας».

Ο ρόλος του διερμηνέα είναι να διασφαλίσει ότι αυτή η φωνή θα ακουστεί καθαρά, με ακρίβεια και χωρίς να χαθεί τίποτα στη μετάφραση.

«Να γεφυρώσουμε τη γλώσσα, όχι να πάρουμε τη θέση σας».

Μετά από τόσα χρόνια ανάμεσα σε δύο γλώσσες και δύο πολιτισμούς, η δουλειά αυτή έχει διδάξει στη Βούλα κάτι ακόμη βαθύτερο για το τι σημαίνει πραγματικά να «ακούγεται» ένας άνθρωπος.

«Το να έχει κάποιος φωνή δεν σημαίνει απλώς ότι μπορεί να μιλήσει», λέει.

«Σημαίνει ότι μπορεί να πει αυτό που πραγματικά θέλει να πει. Να κάνει ερωτήσεις. Να εκφράσει φόβο ή αβεβαιότητα. Να διαφωνήσει. Να πει “δεν κατάλαβα”. Να πει “όχι”. Να ζητήσει περισσότερες πληροφορίες. Και να ξέρει ότι ο άνθρωπος απέναντί του τον έχει πραγματικά καταλάβει».

Και ίσως τελικά εκεί βρίσκεται ολόκληρη η ουσία της δουλειάς της.

«Δεν θέλω να γίνω η φωνή του ανθρώπου που έχω απέναντί μου. Αυτός έχει ήδη τη δική του φωνή. Ούτε θέλω να μιλήσω για λογαριασμό του.

»Η δική μου δουλειά είναι να φροντίσω ώστε όσα θέλει να πει να περάσουν από τη μία γλώσσα στην άλλη με ακρίβεια, χωρίς να χαθεί το νόημα, η πρόθεση ή ο τρόπος με τον οποίο επέλεξε ο ίδιος να εκφραστεί.

»Και ίσως αυτό είναι το σημαντικότερο πράγμα που μου έχει μάθει αυτή η δουλειά: ότι πίσω από κάθε λέξη που διερμηνεύουμε υπάρχει ένας άνθρωπος που θέλει να καταλάβει και να γίνει κατανοητός.

»Ιδιαίτερα στις πιο ευάλωτες στιγμές της ζωής μας, αυτό δεν είναι μια μικρή λεπτομέρεια.

»Είναι θέμα αξιοπρέπειας».

The post Όταν μια λέξη μπορεί να αλλάξει τα πάντα appeared first on ΝΕΟΣ ΚΟΣΜΟΣ.