H Πολυπολιτισμική Ρόγα

Αν ένας σημερινός πολιτικός της Βικτώριας μεταφερόταν στη βυζαντινή Κωνσταντινούπολη, ορισμένες όψεις της πολιτικής μας ζωής θα του φαίνονταν παραδόξως οικείες. Θα έβλεπε μια εξουσία που διαθέτει πόρους σε διακριτές συλλογικότητες, περιβάλλει τους αναγνωρισμένους εκπροσώπους τους με κύρος και χρησιμοποιεί την υλική ενίσχυση για να καλλιεργήσει σχέσεις με το κέντρο. Θα του έλειπαν ίσως τα αυλικά αξιώματα και τα χρυσά νομίσματα. Τη λογική της σχέσης θα την καταλάβαινε αμέσως.

Στη Βικτώρια, οι προεκλογικές περίοδοι συνοδεύονται πλέον από ένα γνώριμο τελετουργικό. Σημαντικά ποσά κατευθύνονται προς εθνοτικούς και θρησκευτικούς φορείς για υποδομές ή πολιτιστικές εκδηλώσεις, μέσα στη γνώριμη γλώσσα της κληρονομιάς και της κοινωνικής συνοχής. Πολλές ανάγκες είναι πραγματικές και η δημόσια χρηματοδότηση μπορεί να ενισχύσει ουσιαστικά έναν οργανισμό. Περισσότερο ενδιαφέρον παρουσιάζει ο τρόπος με τον οποίο η επαναλαμβανόμενη παροχή αρχίζει να διαμορφώνει τη σχέση ανάμεσα στην πολιτεία και στην παροικία.

Πριν διανεμηθούν τα χρήματα, προηγείται αναγκαστικά μια πράξη ταξινόμησης. Μια σύνθετη κοινωνική πραγματικότητα χρειάζεται να αποκτήσει αναγνωρίσιμα περιγράμματα ώστε να μετατραπεί σε αντικείμενο πολιτικής. Με τον καιρό, οι κατηγορίες μέσα από τις οποίες το κράτος αντιλαμβάνεται μια παροικία μπορούν να επηρεάσουν και τον τρόπο με τον οποίο εκείνη παρουσιάζει τον εαυτό της.

Κάπου εδώ οι Βυζαντινοί θα άρχιζαν να αισθάνονται πραγματικά σαν στο σπίτι τους. Στη βυζαντινή ορολογία, η «ρόγα» ήταν η χρηματική παροχή που εκπορευόταν από το αυτοκρατορικό κέντρο, ιδίως η τακτική αμοιβή ή χορηγία προς πρόσωπα συνδεδεμένα με την αυτοκρατορική υπηρεσία και την αυλή. Πίσω από το ποσό υπήρχε πάντοτε μια σχέση ανάμεσα σε εκείνον που είχε τη δύναμη να χορηγεί και σε εκείνον που λάμβανε.

Στις εξωτερικές σχέσεις της αυτοκρατορίας, η πατρωνία είχε και μια ωμότερη λειτουργία. Οι «βάρβαροι» προκαλούσαν φόβο επειδή μπορούσαν να απειλήσουν και να διαταράξουν την αυτοκρατορική τάξη. Αυτή ακριβώς η ανατρεπτική τους δύναμη τούς προσέδιδε διαπραγματευτική αξία. Πληρωμές, δώρα και τίτλοι μπορούσαν ουσιαστικά να εξαγοράσουν καλή συμπεριφορά, μετατρέποντας μια απειλή σε σχέση και δίνοντας στον αποδέκτη συμφέρον στη διατήρησή της. Η ρόγα, υπό αυτή την έννοια, αποτελούσε και μέσο εξημέρωσης.

Οι αυτοκρατορικοί τίτλοι προσέδιδαν επίσης κύρος σε ξένους ηγεμόνες και τους τοποθετούσαν συμβολικά μέσα σε μια ιεραρχία που είχε δημιουργήσει η Κωνσταντινούπολη. Σε μια σύγχρονη δημοκρατία το θεσμικό πλαίσιο είναι ριζικά διαφορετικό, παραμένει όμως η ανάγκη του κράτους να βρίσκει αναγνωρίσιμους συνομιλητές. Ο παροικιακός παράγοντας αποκτά κύρος επειδή έχει πρόσβαση στην κυβέρνηση και η κυβέρνηση στρέφεται προς αυτόν επειδή διαθέτει κύρος στην παροικία. Το κέντρο αναγνωρίζει τον εκπρόσωπο και ο εκπρόσωπος επιβεβαιώνει στο κέντρο ότι έχει βρει την παροικία.

Οι Βυζαντινοί γνώριζαν εξίσου καλά τη δύναμη του θεάματος. Στην αυλή, η θέση ενός προσώπου και η εγγύτητά του προς τον αυτοκράτορα μετέτρεπαν την τελετουργία σε πολιτική γλώσσα. Στο σύγχρονο πολυπολιτισμικό φεστιβάλ, μέσα σε ένα εντελώς διαφορετικό πολιτικό πλαίσιο, η παροικία παρουσιάζει μια αναγνωρίσιμη εκδοχή του εαυτού της και η πολιτεία παρουσιάζει τη δική της πολυπολιτισμικότητα. Το ίδιο φωτογραφικό κάδρο αφηγείται δύο ιστορίες.

Ακριβώς επειδή το θέαμα χρειάζεται να διαβάζεται γρήγορα, πλεονεκτούν οι μορφές πολιτισμού που αναγνωρίζονται αμέσως. Ένα φεστιβάλ με παραδοσιακή μουσική γίνεται ακαριαία αντιληπτό ως έκφραση ελληνικού πολιτισμού. Το στερεότυπο αποκτά έτσι μια παράξενη δεύτερη ζωή. Η εξωτερική απλοποίηση επιστρέφει ως χρήσιμη στρατηγική αυτοπαρουσίασης, ενώ η έμφαση στην κληρονομιά στρέφει συχνά τη μειονοτική κουλτούρα προς το παρελθόν. Η κυρίαρχη κοινωνία κατοικεί αυτονόητα στο παρόν και διεκδικεί το μέλλον. Η παροικία καλείται συχνότερα να αποδείξει τη συνέχεια με τις προηγούμενες γενιές. Ελλοχεύει έτσι ο κίνδυνος μιας πολιτισμικής ταρίχευσης, όπου η εξωτερική μορφή συντηρείται με αξιοθαύμαστη φροντίδα ενώ η πραγματική ζωή έχει ήδη μετακινηθεί αλλού.

Η Κωνσταντινούπολη μπορούσε να αφήνει έναν ξένο ηγεμόνα με σημαντική αυτονομία και συγχρόνως να του αποδίδει μια θέση μέσα στη δική της πολιτική κοσμολογία. Ο άλλος παρέμενε άλλος, όμως η σχέση του με το κέντρο γινόταν κατανοητή μέσα από το λεξιλόγιο του κέντρου. Οι σημερινές παροικίες, με τη σειρά τους, μαθαίνουν ποιες εκδοχές της διαφορετικότητάς τους μεταφράζονται ευκολότερα στις κατηγορίες μέσα από τις οποίες κατανέμονται δημόσιοι πόροι. Η αποτελεσματικότερη πατρωνία χρειάζεται ελάχιστες οδηγίες. Αρκεί ο αποδέκτης να έχει μάθει τη γλώσσα του χορηγού.

Από εδώ προκύπτει και ένας ιδιαίτερος τύπος παροικιακής ισχύος. Κάποτε ο ισχυρός παράγοντας ήταν συχνά εκείνος που μπορούσε να γράψει τη μεγαλύτερη επιταγή. Σήμερα μπορεί να είναι εκείνος που ξέρει πώς γράφεται η καλύτερη αίτηση επιχορήγησης. Η μετατόπιση έχει σημασία, επειδή μαζί με την πηγή των πόρων αλλάζει και η κατεύθυνση προς την οποία στρέφεται η παροικιακή δραστηριότητα: από την κινητοποίηση των μελών προς την πρόσβαση στον κρατικό μηχανισμό.

Η ελληνική μεταπολεμική εμπειρία προσδίδει σε αυτή τη μετατόπιση ιδιαίτερη ειρωνεία. Οι πρώτες γενιές δημιούργησαν τους θεσμούς τους με συνδρομές, δωρεές και προσωπική εργασία, έχοντας ως αφετηρία τις ανάγκες της παροικίας και αναζητώντας κατόπιν τα μέσα για να τις υπηρετήσουν. Σήμερα ελλοχεύει η αντίστροφη πορεία: οι διαθέσιμες επιχορηγήσεις μπορούν να προηγούνται της ιδέας και να καθορίζουν τελικά το είδος της δραστηριότητας που θα αναπτυχθεί. Η εξάρτηση αρχίζει όταν η χρηματοδότηση παύει να αποτελεί ευκαιριακή ενίσχυση και ενσωματώνεται στον τρόπο λειτουργίας του θεσμού. Από εκείνη τη στιγμή, η πιθανότητα απώλειάς της αποκτά από μόνη της πειθαρχική δύναμη.

Μεταβάλλεται συγχρόνως και η σχέση του θεσμού με τα μέλη του. Ένας οργανισμός που εξαρτάται από τις συνδρομές και την εθελοντική εργασία τους έχει ισχυρό λόγο να τα κρατά ενεργά και να ανταποκρίνεται στις ανάγκες τους. Η εξωτερική χρηματοδότηση μπορεί να μετατοπίσει αυτή την εξάρτηση, μέχρι το σημείο όπου ο θεσμός χρειάζεται περισσότερο το κράτος που τον χρηματοδοτεί από τα μέλη που υποτίθεται ότι εκφράζει.

Σε αυτό το σημείο εμφανίζεται και η σύγχρονη ανατρεπτική διάσταση της ρόγας. Κάθε παροικιακός θεσμός μπορεί να αντιταχθεί στην εξουσία, να ασκήσει πίεση και να διεκδικήσει ανεξάρτητα από τις προτεραιότητές της. Η προσδοκία μελλοντικής χρηματοδότησης προσθέτει όμως ένα κόστος στη ρήξη. Ακόμη και με πλήρη απουσία κυβερνητικής πίεσης, η οικονομική εξάρτηση μπορεί να ενθαρρύνει την πολιτική αυτοσυγκράτηση.

Παράλληλα, πολιτικοί εμφανίζονται συχνά να έχουν «εξασφαλίσει» χρήματα για μια παροικία και οι αποδέκτες ανταποκρίνονται με δημόσιες ευχαριστίες. Ένα τμήμα του κοινού ταμείου αποκτά έτσι τη θεατρικότητα προσωπικού δώρου. Η ισότιμη συμμετοχή στην κατανομή δημόσιων πόρων μεταφράζεται στη γλώσσα της ευεργεσίας και ο πολίτης αρχίζει συμβολικά να εμφανίζεται ως ευεργετούμενος.

Σε αυτή τη διαδικασία συμμετέχουν ασφαλώς και οι ίδιες οι παροικίες. Εμείς επιλέγουμε τις δραστηριότητες για τις οποίες ζητούμε χρήματα και τις εκδοχές της ταυτότητάς μας που παρουσιάζουμε ως αντιπροσωπευτικές. Ίσως λοιπόν το πιο άβολο ερώτημα αφορά εμάς: μήπως το στερεότυπο έχει πάψει να μας επιβάλλεται και έχουμε ανακαλύψει ότι η αναπαραγωγή του αποδίδει;

Μια διαφορετική λογική χρηματοδότησης θα μπορούσε να κριθεί από την αυτονομία που αφήνει πίσω της. Η καλή επιχορήγηση είναι εκείνη που αυξάνει την ικανότητα ενός θεσμού να δημιουργεί δικούς του πόρους και να χαράσσει τις δικές του προτεραιότητες. Μια ώριμη παροικία συλλαμβάνει πρώτα το έργο που χρειάζεται και κατόπιν αναζητεί τους πόρους για να το πραγματοποιήσει. Η κληρονομιά γίνεται τότε πρώτη ύλη δημιουργίας και η παράδοση αφετηρία για κάτι που ακόμη δεν υπάρχει.

Ίσως αυτή να είναι τελικά η χρησιμότερη διδασκαλία της βυζαντινής σύγκρισης. Η αυτοκρατορική ιδιοφυΐα βρισκόταν στην ικανότητα να μετατρέπει την παροχή σε σχέση. Το δικό μας στοίχημα είναι δυσκολότερο: να δεχόμαστε τη σύγχρονη ρόγα διατηρώντας ακέραιη την ικανότητα να στεκόμαστε χωρίς αυτήν και ακέραιο το δικαίωμα να ορίζουμε εμείς οι ίδιοι ποιοι είμαστε.

The post H Πολυπολιτισμική Ρόγα appeared first on ΝΕΟΣ ΚΟΣΜΟΣ.