Όταν το ψέμα ντύνεται είδηση

Πώς δουλεύει η βιομηχανία της παραπληροφόρησης, ποιοι την τροφοδοτούν, ποιον χτυπά και τι μπορεί να κάνει ο πολίτης για να μη γίνει εύκολο θήραμα

Ζούμε σε μια εποχή όπου το ψέμα δεν κυκλοφορεί πια μόνο με κουκούλα (αν και κυκλοφορεί και με τέτοια). Κυκλοφορεί με λογότυπο, με δήθεν «αποκλειστικό», με βίντεο, με γραφήματα, με ψεύτικη αυτοπεποίθηση και συχνά με περισσότερη ταχύτητα από την αλήθεια. Το φαινόμενο που συνηθίσαμε να αποκαλούμε fake news δεν είναι απλώς μια αναγκαία κακή και ενοχλητική παρενέργεια του διαδικτύου, αλλά αποτελεί εργαλείο πολιτικής επιρροής, οικονομικής εκμετάλλευσης, κοινωνικής πόλωσης και, σε ορισμένες περιπτώσεις, πραγματικό όπλο υβριδικού πολέμου που σκοτώνει. Γι’ αυτό και δεν πρόκειται για μια θεωρητική συζήτηση που αφορά δημοσιογράφους, πανεπιστημιακούς και τεχνοκράτες κάθε μορφής και ειδικότητας. Πρόκειται για ζήτημα δημοκρατίας, δημόσιας υγείας, ασφάλειας και κοινωνικής συνοχής.

Το Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ κατέταξε την παραπληροφόρηση και τη σκοπίμως οργανωμένη ψευδή πληροφόρηση ως κορυφαίο βραχυπρόθεσμο παγκόσμιο κίνδυνο για δεύτερη συνεχή χρονιά, ακριβώς επειδή διαβρώνουν την εμπιστοσύνη και οξύνουν τις διαιρέσεις.

Τι εννοούμε όταν λέμε fake news

Ο όρος fake news είναι δημοφιλής, αλλά δεν είναι και ο πιο ακριβής. Η UNESCO έχει επισημάνει ότι η έννοια αυτή είναι συχνά υπερβολικά γενική και πολιτικά φορτισμένη, γι’ αυτό προτιμώνται πιο σαφείς όροι. Ο βασικός διαχωρισμός είναι ανάμεσα στη misinformation και στη disinformation.

Η πρώτη αφορά ψευδές ή παραπλανητικό περιεχόμενο που διακινείται χωρίς πρόθεση βλάβης. Κάποιος δηλαδή αναπαράγει κάτι λάθος επειδή το πίστεψε. Η δεύτερη αφορά ψευδές ή παραπλανητικό περιεχόμενο που διασπείρεται εσκεμμένα για να εξαπατήσει, να επηρεάσει ή να αποκομίσει πολιτικό ή οικονομικό όφελος. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή χρησιμοποιεί ακριβώς αυτόν τον διαχωρισμό και προσθέτει ότι η disinformation μπορεί να προκαλέσει δημόσια βλάβη.

Αυτό έχει σημασία, διότι δεν είναι το ίδιο να στέλνει στα εγγόνια του στο Viber μια ανοησία για «θαυματουργές θεραπείες» ένας ηλικιωμένος και ένα οργανωμένο δίκτυο που παράγει ψευδές περιεχόμενο για να επηρεάσει εκλογές ή να πλήξει έναν θεσμό. Το αποτέλεσμα μπορεί και στις δύο περιπτώσεις να είναι επιβλαβές, αλλά το κίνητρο, η οργάνωση και η μέθοδος είναι διαφορετικά. Η UNESCO διακρίνει επίσης διάφορες μορφές ψευδούς ή παραπλανητικού περιεχομένου, όπως κατασκευασμένο περιεχόμενο, αλλοιωμένες πληροφορίες, πλαστοπροσωπία, παραπλανητικούς τίτλους και θεωρίες συνωμοσίας. Με απλά λόγια, δεν έχουμε μόνο το καθαρό ψέμα, αλλά και τη μισή αλήθεια, την «πειραγμένη» φωτογραφία, το μονταρισμένο βίντεο, το ψεύτικο site που μοιάζει με αληθινό και τον «ειδικό» που είναι ειδικός μόνο στη φαντασία του.

Η μηχανή της παραπληροφόρησης

Η παραπληροφόρηση δεν εξαπλώνεται τυχαία. Στήνεται, σχεδιάζεται, δοκιμάζεται και προωθείται. Σήμερα οι βασικές τεχνικές είναι γνωστές και αρκετά τεκμηριωμένες. Περιλαμβάνουν ψεύτικους λογαριασμούς, αυτοματοποιημένες αναρτήσεις μέσω bots, δίκτυα συνδεδεμένων λογαριασμών, πλαστοπροσωπία, ψεύτικα βίντεο και ηχητικά, deepfakes, παραπλανητικές διαφημίσεις, κλωνοποίηση ιστοσελίδων έγκυρων μέσων και στοχευμένη διάδοση σε συγκεκριμένα ακροατήρια. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και τα σχετικά ευρωπαϊκά κείμενα για τον Κώδικα Δεοντολογίας κατά της παραπληροφόρησης αναφέρουν ρητά αυτές τις τεχνικές ως κεντρικά εργαλεία χειραγώγησης.

•     Ένα από τα πιο ύπουλα εργαλεία είναι η αλλοίωση συμφραζομένων. Παίρνεις μια πραγματική εικόνα ή μια πραγματική δήλωση και την παρουσιάζεις σαν να αφορά κάτι άλλο. Δηλαδή δεν χρειάζεται να κατασκευάσεις πλήρως ένα ψέμα, αρκεί να παρουσιάσεις τα γεγονότα έξω από το πραγματικό τους πλαίσιο. Έτσι μια παλιά φωτογραφία από άλλη χώρα παρουσιάζεται ως «σημερινή», ένα βίντεο από άσκηση εμφανίζεται ως «ντοκουμέντο εισβολής» και μια δήλωση, κόβεται στη μέση και μετατρέπεται σε δήθεν ομολογία. Η παραπληροφόρηση προτιμά αυτή τη μέθοδο επειδή το μερικώς αληθινό είναι πιο πειστικό από το εξόφθαλμα ψεύτικο.

•     Δεύτερο εργαλείο είναι η συναισθηματική παγίδα. Το ψευδές περιεχόμενο σχεδόν πάντα σχεδιάζεται για να προκαλεί οργή, φόβο, αηδία ή επιβεβαίωση. Δεν στοχεύει στην ενημέρωση αλλά θέλει να κάνει τον χρήστη να πατήσει «κοινοποίηση» πριν σκεφτεί. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, σε υλικό για την κλιματική παραπληροφόρηση, προειδοποιεί ακριβώς για αυτές τις «συναισθηματικές παγίδες», ενώ η UNESCO υπογραμμίζει ότι οι θεωρίες συνωμοσίας και τα παραπλανητικά αφηγήματα ανθίζουν εκεί όπου υπερισχύει η συναισθηματική αντίδραση έναντι της επαλήθευσης.

•     Τρίτο εργαλείο είναι η επίφαση αυθεντίας. Σου παρουσιάζουν «καθηγητή», «αναλυτή», «ερευνητή», «πρώην πράκτορα», «ειδικό στην ασφάλεια», «γιατρό» ή «μάρτυρα», χωρίς ουσιαστικό έλεγχο των στοιχείων του ή σου φτιάχνουν ένα ψεύτικο μέσο που μοιάζει με κανονικό. Στην επιχείρηση Doppelgänger, που έχει αναδείξει η Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Εξωτερικής Δράσης και άλλοι ευρωπαϊκοί φορείς, χρησιμοποιήθηκαν κλώνοι ιστοσελίδων υπαρκτών μέσων και οργανισμών, ώστε το κοινό να νομίζει πως διαβάζει αυθεντική πηγή ενώ στην πραγματικότητα διάβαζε μια κατασκευή. Πρόκειται για μοντέλο βιομηχανικής εξαπάτησης, όχι για μεμονωμένο τρολάρισμα.

•     Τέταρτο εργαλείο είναι η τεχνητή νοημοσύνη. Τα deepfakes και τα κατασκευασμένα ηχητικά ή οπτικά αρχεία έχουν κάνει την κατάσταση σοβαρότερη, διότι δεν αρκεί πια να πεις «το είδα με τα μάτια μου» ή «το άκουσα με τα αυτιά μου». Η UNESCO προειδοποιεί ότι η άνοδος της τεχνητά ενισχυμένης παραπληροφόρησης αλλάζει τη σχέση μας με την ίδια τη γνώση, ενώ το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο έχει τονίσει ότι τα deepfakes μπορούν να συνδυαστούν με στοχευμένες καμπάνιες ώστε να είναι πιο αποτελεσματικά σε συγκεκριμένες ομάδες. Η αλήθεια, δεν αρκεί να είναι αλήθεια αλλά πρέπει να μπορεί και να αποδειχθεί.

Ποιοι τα χρησιμοποιούν και τι επιδιώκουν

•     Η πρώτη κατηγορία είναι τα κράτη και διάφοροι κρατικοί και παρακρατικοί μηχανισμοί. Η Ευρωπαϊκή Ένωση αντιμετωπίζει την ξένη ηλεκτρονική χειραγώγηση και παρέμβαση ως ζήτημα ασφάλειας και εξωτερικής πολιτικής. Η Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Εξωτερικής Δράσης σημειώνει ότι ξένοι πράκτορες, κυρίως από τη Ρωσία αλλά και από την Κίνα σε ορισμένες περιπτώσεις, επιχειρούν συντονισμένα να διαβρώσουν την εμπιστοσύνη στους δημοκρατικούς θεσμούς, να οξύνουν την πόλωση και να επηρεάσουν τον δημόσιο διάλογο στην Ευρώπη και πέραν αυτής. Σύμφωνα με στοιχεία της ίδιας υπηρεσίας, μόνο το 2024 καταγράφηκαν πάνω από 500 περιστατικά ξένης πληροφοριακής χειραγώγησης, που απλώθηκαν σε 90 χώρες, με εμπλοκή τουλάχιστον 25 πλατφορμών και 38.000 λογαριασμών.

•     Η δεύτερη κατηγορία είναι οι κομματικοί μηχανισμοί και τα πολιτικά στρατόπεδα. Εδώ ο στόχος είναι ο επηρεασμός εκλογών, η κινητοποίηση θυμωμένων ακροατηρίων, η απαξίωση αντιπάλων και η καλλιέργεια σύγχυσης γύρω από βασικά γεγονότα. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο έχει προειδοποιήσει ότι ξένες δυνάμεις, αλλά και ευρύτερα κακόβουλοι παράγοντες, αξιοποιούν τη διάδοση ψευδών αφηγήσεων και κυβερνοεπιθέσεων για να επηρεάσουν την ευρωπαϊκή κοινή γνώμη και να υπονομεύσουν εκλογικές διαδικασίες. Στις εκλογές αρκεί πολλές φορές να μη σε πείσουν να ψηφίσεις κάποιον, αρκεί να σε πείσουν να μην πιστεύεις κανέναν.

•     Η τρίτη κατηγορία είναι τα οικονομικά δίκτυα παραπληροφόρησης. Ιστοσελίδες clickbait, λογαριασμοί που ζουν από διαφήμιση, «πατριωτικά» κανάλια που πουλούν φόβο, συνωμοσιολόγοι που πουλούν συμπληρώματα διατροφής και θαυματουργές θεραπείες, εφαρμογές ή συνδρομές και επαγγελματίες απατεώνες που θέλουν απλώς να δημιουργούν κίνηση στους λογαριασμούς τους. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αναγνωρίζει ρητά ότι η disinformation μπορεί να διαδίδεται όχι μόνο για πολιτικό αλλά και για οικονομικό κέρδος και αυτό είναι ίσως το πιο θλιβερό μέρος της υπόθεσης. Κάποιοι παίζουν με την ψυχική ισορροπία και την κρίση του κόσμου για μερικά κλικ και λίγα έσοδα από διαφημίσεις, αλλά οι αλγόριθμοι δεν έχουν ηθική και προτιμούν την απήχηση.

•     Η τέταρτη κατηγορία είναι οι «μικροί διακινητές», από influencers μέχρι απλούς χρήστες. Εδώ δεν υπάρχει πάντα δόλος. Υπάρχει όμως τεράστια επιρροή. Η UNESCO κατέγραψε το 2024 ότι το 62% των ψηφιακών δημιουργών περιεχομένου δεν κάνει αυστηρό και συστηματικό fact checking πριν μοιραστεί πληροφορίες, ενώ αρκετοί χρησιμοποιούν ως δείκτη αξιοπιστίας τα likes και τα shares. Αυτό είναι συνταγή απάτης γιατί το viral δεν είναι συνώνυμο του αληθινού, όσο κι αν το διαδίκτυο προσπαθεί να μας πείσει για το αντίθετο.

Σε ποιους στοχεύουν

Η εύκολη απάντηση είναι «σε όλους», αλλά η σωστή απάντηση είναι «σε όλους, αλλά όχι με τον ίδιο τρόπο». Η παραπληροφόρηση λειτουργεί με στόχευση. Άλλο αφήγημα φτιάχνεται για τους φοβισμένους, άλλο για τους οργισμένους, άλλο για τους ιδεολογικά φανατισμένους, άλλο για τους νέους που ενημερώνονται από πλατφόρμες και άλλο για τους μεγαλύτερους που εμπιστεύονται το μήνυμα που ήρθε από κάποιον γνωστό τους στο κινητό. Η στόχευση μπορεί να είναι πολιτική, κοινωνική, ηλικιακή, θρησκευτική, γεωγραφική ή πολιτισμική. Τα deepfakes και η μελετημένη στόχευση ενισχύουν ακριβώς αυτή τη δυνατότητα ώστε να φτάνει διαφορετικό ψέμα σε διαφορετικό κοινό με κοινό τελικό στόχο.

Ιδιαίτερα ευάλωτες είναι οι κοινωνίες που ζουν σε περιβάλλον κρίσης. Πανδημίες, πόλεμοι, φυσικές καταστροφές, μεταναστευτικές εντάσεις, οικονομική ανασφάλεια, θεσμική δυσπιστία κλπ Εκεί η ανάγκη του πολίτη για γρήγορη εξήγηση γίνεται ευκαιρία για τον επαγγελματία απατεώνα. Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας χρησιμοποίησε τον όρο «infodemic» για να περιγράψει την υπερπληθώρα πληροφοριώνς, μαζί με ψευδές και παραπλανητικό περιεχόμενο, σε περίοδο υγειονομικής κρίσης. Ο Π.Ο.Υ προειδοποιεί ότι αυτό προκαλεί σύγχυση, συμπεριφορές υψηλού κινδύνου, δυσπιστία προς τις αρχές και τελικά υπονομεύει την ίδια τη δημόσια υγεία.

Τα μέσα και οι πόροι που χρησιμοποιούν

Όταν μιλάμε για παραπληροφόρηση, δεν μιλάμε μόνο για περιεχόμενο. Μιλάμε για υποδομή. Χρήματα για παραγωγή και προώθηση περιεχομένου, δίκτυα λογαριασμών, ψεύτικα domains, ψηφιακή διαφήμιση, ομάδες Telegram και Viber, κανάλια στο YouTube, σελίδες στο Facebook, βίντεο σε TikTok, αυτοματοποιημένα εργαλεία, υπηρεσίες τεχνητής νοημοσύνης, ακόμη και ψεύτικα «fact-checking» που εμφανίζονται για να δίνουν κύρος στο ψέμα. Η Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Εξωτερικής Δράσης έχει καταγράψει τέτοιες τακτικές, σημειώνοντας μάλιστα ότι ορισμένοι από αυτούς επιχειρούν να νομιμοποιήσουν την παραπληροφόρηση μέσω δήθεν πρωτοβουλιών ελέγχου γεγονότων.

Αυτά που ζήσαμε

Η πανδημία του κορονοϊού έδωσε ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα του πόσο επικίνδυνο είναι το φαινόμενο. Ο Π.Ο.Υ μίλησε ξεκάθαρα για «infodemic», καθώς η διασπορά ψευδών ισχυρισμών για τον ιό, τα εμβόλια και τις θεραπείες μπέρδεψε πολίτες, ενίσχυσε τη δυσπιστία και δυσκόλεψε την υγειονομική αντιμετώπιση. Η UNICEF έχει επίσης τονίσει ότι η παραπληροφόρηση γύρω από τα εμβόλια υπονόμευσε την εμβολιαστική κάλυψη παιδιών, ιδίως των πιο ευάλωτων ομάδων. Εδώ δεν μιλάμε για «διαφορετική άποψη» αλλά για πρακτικές που στοίχισαν ανθρώπινες ζωές.

Δεύτερο παράδειγμα είναι οι επιχειρήσεις ξένης επιρροής σε εκλογικές διαδικασίες και στη δημόσια συζήτηση στην Ευρώπη. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και η Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Εξωτερικής Δράσης περιγράφουν ένα περιβάλλον όπου οργανωμένα δίκτυα χρησιμοποιούν ψεύτικους λογαριασμούς, κυβερνοεπιθέσεις, παραπλανητικά αφηγήματα και κλωνοποιημένα μέσα ενημέρωσης για να επηρεάσουν την κοινή γνώμη, να πλήξουν την εμπιστοσύνη στις εκλογές και να οξύνουν τις εσωτερικές αντιθέσεις. Η ουσία αυτών των επιχειρήσεων δεν είναι πάντα να πείσουν το κοινό για μία αλήθεια. Συχνά είναι να το πνίξουν σε τόσες εκδοχές, ώστε να παραιτηθεί από την ίδια την αναζήτηση της αλήθειας.

Τρίτο παράδειγμα είναι η κλιματική παραπληροφόρηση. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή σημειώνει ότι πρόκειται για σκόπιμη διάδοση ψευδών ή παραπλανητικών πληροφοριών σχετικά με την κλιματική αλλαγή και την κλιματική δράση, με στόχο να θολώσει τα νερά, να αμφισβητήσει την επιστημονική συναίνεση και να μειώσει την πίεση για μέτρα κατά της ρύπανσης ή για προσαρμογή στις επιπτώσεις της κλιματικής κρίσης. Δεν εμφανίζεται πάντα ως άρνηση και συχνά παίρνει τη μορφή σκεπτικισμού, ειδικών «μαϊμού», επιλεκτικών δεδομένων και εύκολων λύσεων που ακούγονται ωραία επειδή δεν απαιτούν απολύτως τίποτα. Το ψέμα, άλλωστε, ξέρει ότι οι άνθρωποι αγαπούν τις βολικές αφηγήσεις.

Πώς προστατεύεται ο πολίτης

Η πρώτη άμυνα είναι η αποφυγή. Όταν ένα περιεχόμενο σε κάνει να θυμώσεις ακαριαία, να φοβηθείς ή να νιώσεις ότι «να, επιτέλους, αποκαλύφθηκε η μεγάλη αλήθεια που μας κρύβουν», εκεί ακριβώς χρειάζεται φρένο. Η παραπληροφόρηση τρέφεται από την παρορμητική κοινοποίηση. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, σε οδηγίες για την κλιματική παραπληροφόρηση, συστήνει επίγνωση, έλεγχο πηγών, αναζήτηση πλήρους εικόνας και προσοχή στις συναισθηματικές παγίδες.

Η δεύτερη άμυνα είναι ο έλεγχος της πηγής. Ποιος το δημοσιεύει; Υπάρχει συντάκτης; Υπάρχει ταυτότητα του μέσου; Υπάρχει ιστορικό αξιοπιστίας; Αν η «είδηση» προέρχεται από ανώνυμη σελίδα με κραυγαλέο τίτλο και δεκάδες διαφημίσεις, δεν χρειάζεται φιλοσοφική συζήτηση. Χρειάζεται απομάκρυνση. Το ίδιο ισχύει για βίντεο που δεν δίνουν τόπο, χρόνο και πρωτογενή πηγή.

Η τρίτη άμυνα είναι η διασταύρωση. Καμία σοβαρή πληροφορία δεν πρέπει να υιοθετείται χωρίς ψάξιμο. Αναζητούμε αν την έχουν μεταδώσει και άλλες αξιόπιστες πηγές, αν υπάρχει επίσημη ανακοίνωση και αν έχουν υπάρξει διορθώσεις ή διαψεύσεις. Η UNESCO και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επενδύουν ακριβώς σε αυτή τη λογική της παιδείας στα μέσα και της ανεξάρτητης επαλήθευσης.

Η τέταρτη άμυνα είναι η τεχνική επαλήθευση. Αν μια εικόνα μοιάζει «πειραγμένη», βοηθά η αντίστροφη αναζήτηση εικόνας. Υπάρχουν εργαλεία που ελέγχουν την αυθεντικότητα των φωτογραφιών. Αν ένα βίντεο φαίνεται εξωπραγματικό, εξετάζουμε λεπτομέρειες, ήχο, χείλη, σκιές και πληροφορίες όταν υπάρχουν. Για τα deepfakes η δουλειά δυσκολεύει, αλλά η βασική αρχή μένει ίδια. Δεν πιστεύουμε επειδή το βλέπουμε. Πιστεύουμε αφού το ελέγξουμε. Η UNESCO προειδοποιεί ότι οι πολίτες χρειάζονται όχι μόνο νέες τεχνικές επαλήθευσης αλλά και βαθύτερο προβληματισμό για το πώς γνωρίζουμε αυτό που νομίζουμε ότι γνωρίζουμε.

Η πέμπτη άμυνα είναι ίσως η πιο δύσκολη. Να αποδεχθούμε ότι κι εμείς μπορούμε να ξεγελαστούμε. Όχι μόνο οι «άλλοι», όχι μόνο οι αφελείς και όχι μόνο οι πολιτικοί αντίπαλοι. Η παραπληροφόρηση πετυχαίνει όταν χαϊδεύει τις προκαταλήψεις μας και όταν μας λέει αυτό που ήδη θέλουμε να ακούσουμε. Άρα η καχυποψία είναι κομμάτι της άμυνας. Όποιος πιστεύει ότι ο ίδιος δεν πέφτει ποτέ θύμα, είναι συνήθως ο πιο βολικός πελάτης αυτής της αγοράς.

Η αλήθεια δεν αρκεί να υπάρχει

Η μάχη κατά των fake news και της παραπληροφόρησης δεν είναι απλώς μάχη υπέρ της αλήθειας. Είναι μάχη υπέρ της δυνατότητας μιας κοινωνίας να συνεννοείται πάνω σε κοινά γεγονότα. Χωρίς αυτή τη βάση, δεν υπάρχει σοβαρή δημοκρατία, δεν υπάρχει υπεύθυνη πολιτική απόφαση, δεν υπάρχει εμπιστοσύνη σε θεσμούς, στην επιστήμη, στη δικαιοσύνη ή στην ενημέρωση. Η παραπληροφόρηση δεν θέλει απλώς να ξεγελάσει σε ένα θέμα, αλλά θέλει να μας συνηθίσει στην ιδέα ότι τίποτε δεν είναι βέβαιο, άρα όλα είναι θέμα εντύπωσης και δύναμης.

Γι’ αυτό η απάντηση δεν μπορεί να είναι μόνο τεχνολογική ούτε μόνο κατασταλτική. Χρειάζεται δημοσιογραφία με κανόνες, θεσμική διαφάνεια, γρήγορη και αξιόπιστη ενημέρωση, ανεξάρτητο fact checking, παιδεία στα ΜΚΔ και πολίτες λιγότερο πρόθυμους να γίνουν θύματα σε εκστρατείες ανοησίας.

Το άρθρο Όταν το ψέμα ντύνεται είδηση εμφανίστηκε πρώτα στο Cyprus Times.