Η γη της Βορείου Ηπείρου δεν είναι προς πώληση

Τα πρόσφατα γεγονότα στη Νάρτα και τη Σβέρνιτσα της Αλβανίας υπερβαίνουν κατά πολύ τα όρια μιας τουριστικής επένδυσης. Η διαμάχη ανάμεσα στους κατοίκους και στα επιχειρηματικά συμφέροντα της περιοχής αγγίζει ένα βαθύτερο ζήτημα: το δικαίωμα των τοπικών κοινωνιών να παραμένουν κύριες του τόπου τους, αντί να μετατρέπονται σε θεατές της ίδιας τους της πατρίδας.

Οι εικόνες κατοίκων να συγκρούονται με ιδιωτικές εταιρείες ασφαλείας για την πρόσβαση σε γη που θεωρούν δική τους προκάλεσαν έντονη ανησυχία εντός και εκτός Αλβανίας. Η αφορμή υπήρξε η προωθούμενη τουριστική ανάπτυξη στην περιοχή Νάρτας και Σβέρνιτσας, η οποία συνδέεται με επενδυτικά σχέδια στα οποία συμμετέχει ο Τζάρεντ Κούσνερ. Οι υποστηρικτές του έργου κάνουν λόγο για ανάπτυξη, θέσεις εργασίας και εισροή κεφαλαίων. Οι αντίπαλοί του μιλούν για περιβαλλοντική υποβάθμιση, αδιαφάνεια και μεταβίβαση εκτάσεων ιδιαίτερης αξίας σε συμφέροντα με πρόσβαση στα ανώτερα κλιμάκια της εξουσίας.

Η υπόθεση αποκτά ιδιαίτερη σημασία επειδή η Νάρτα θεωρείται το βορειότερο ελληνόφωνο χωριό της Αλβανίας και αποτελεί τμήμα μιας ιστορικής ελληνικής παρουσίας που προϋπήρχε της δημιουργίας του σύγχρονου αλβανικού κράτους. Κάθε διαμάχη που αφορά γη, περιουσίες και κρατική εξουσία στην περιοχή αποκτά, αναπόφευκτα, ευρύτερη διάσταση για τον ελληνισμό της Βορείου Ηπείρου.

Παρά ταύτα, η ερμηνεία των γεγονότων αποκλειστικά μέσα από το πρίσμα των ελληνοαλβανικών σχέσεων παραμένει ελλιπής. Το πλέον αποκαλυπτικό στοιχείο των κινητοποιήσεων είναι η κοινή παρουσία Ελλήνων και Αλβανών κατοίκων στις διαμαρτυρίες. Οι ανησυχίες τους είναι πανομοιότυπες. Αφορούν την προστασία της ιδιοκτησίας, τη διαφάνεια των διαδικασιών, τη διατήρηση του φυσικού περιβάλλοντος και την αίσθηση ότι αποφάσεις που καθορίζουν το μέλλον των κοινοτήτων τους λαμβάνονται ερήμην τους.

Αυτή ακριβώς η σύμπτωση συμφερόντων φωτίζει μια πραγματικότητα που επί χρόνια πολλοί προτιμούσαν να αγνοούν. Οι Έλληνες της Χειμάρρας, των Αγίων Σαράντα και άλλων περιοχών της Βορείου Ηπείρου καταγγέλλουν εδώ και δεκαετίες ότι οι πλέον προνομιακές παραθαλάσσιες εκτάσεις βρίσκονται στο επίκεντρο αμφισβητήσεων, δικαστικών διενέξεων και αναπτυξιακών σχεδίων που συχνά εξυπηρετούν τρίτους. Το γεγονός ότι αντίστοιχες διαμαρτυρίες διατυπώνονται πλέον και από Αλβανούς κατοίκους των ίδιων περιοχών υποδηλώνει ότι το πρόβλημα υπερβαίνει τα όρια μιας εθνικής διαφοράς και αγγίζει τον ίδιο τον χαρακτήρα της διακυβέρνησης της χώρας.

Η διάσταση αυτή έγινε ακόμη πιο εμφανής μετά τα επεισόδια κατά τα οποία τραυματίστηκε Έλληνας ομογενής. Το περιστατικό προκάλεσε αντιδράσεις τόσο στην Ελλάδα όσο και στους κόλπους της ελληνικής μειονότητας, ενώ οι δηλώσεις του Αλβανού πρωθυπουργού Έντι Ράμα επιχείρησαν να περιορίσουν το ζήτημα στην κατηγορία ενός μεμονωμένου συμβάντος. Η εξήγηση αυτή αφήνει αναπάντητα τα ουσιαστικά ερωτήματα που θέτουν οι κάτοικοι της περιοχής.

Η κατάσταση γίνεται ακόμη πιο ανησυχητική εξαιτίας του ιστορικού που συνοδεύει την κυβέρνηση Ράμα στις σχέσεις της με την ελληνική εθνική μειονότητα. Οι εντάσεις γύρω από τις περιουσίες στη Χειμάρρα, η φυλάκιση και η καθαίρεση του εκλεγμένου δημάρχου Φρέντι Μπελέρη, οι επαναλαμβανόμενες αντιπαραθέσεις για ζητήματα περιουσιακών δικαιωμάτων και οι κατά καιρούς εθνικιστικές εξάρσεις έχουν δημιουργήσει ένα κλίμα δυσπιστίας. Κάθε νέο περιστατικό προστίθεται σε μια αλυσίδα γεγονότων που ενισχύει την πεποίθηση πολλών κατοίκων ότι οι ανάγκες τους υποχωρούν μπροστά στις επιδιώξεις οικονομικά και πολιτικά ισχυρότερων παραγόντων.

Η δυσπιστία αυτή ενισχύεται ακόμη περισσότερο από τις αντιφάσεις που χαρακτηρίζουν την επίσημη ρητορική των Τιράνων σχετικά με τη Νάρτα και τη Σβέρνιτσα. Σύμφωνα με πρόσφατα δημοσιεύματα, διοικητικά έγγραφα του αλβανικού κράτους από το 2016 καταγράφουν την παρουσία ελληνόφωνων και ελληνικής καταγωγής κατοίκων στις συγκεκριμένες περιοχές. Αν τα στοιχεία αυτά ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, προκύπτει ένα εύλογο ερώτημα: πώς είναι δυνατόν η ίδια κρατική διοίκηση που αναγνώριζε επισήμως την ύπαρξη ελληνικών κοινοτήτων να εμφανίζεται σήμερα απρόθυμη να αποδεχθεί τον ελληνικό χαρακτήρα των περιοχών αυτών;

Ο ελληνισμός της Νάρτας και της Σβέρνιτσας δεν εμφανίσθηκε ξαφνικά λόγω της επένδυσης ούτε ανακαλύφθηκε από τα ελληνικά μέσα ενημέρωσης. Πρόκειται για κοινότητες με ιστορική παρουσία αιώνων, γνωστές στις τοπικές και κρατικές αρχές και καταγεγραμμένες στα ίδια τα διοικητικά αρχεία του αλβανικού κράτους. Η αντίφαση ανάμεσα στα επίσημα έγγραφα και στη σημερινή πολιτική ρητορική δημιουργεί εύλογες αμφιβολίες για τη συνέπεια της κυβερνητικής επιχειρηματολογίας.

Η αντίφαση αυτή αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία επειδή μεταβάλλει το επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης. Αντί να εξετάζονται οι καταγγελίες για ιδιοκτησιακά δικαιώματα, η νομιμότητα των διαδικασιών και οι περιβαλλοντικές επιπτώσεις της επένδυσης, η αντιπαράθεση εκτρέπεται συχνά σε συζητήσεις περί εθνικής ταυτότητας και ξένων παρεμβάσεων. Έτσι, τα ουσιαστικά ερωτήματα παραμένουν αναπάντητα. Το ζητούμενο δεν είναι η απόδειξη της ελληνικής παρουσίας στη Νάρτα και τη Σβέρνιτσα, αφού αυτή ήταν ήδη γνωστή και καταγεγραμμένη. Το ζητούμενο είναι αν οι κάτοικοι των περιοχών αυτών, μαζί με τους Αλβανούς γείτονές τους, διαθέτουν ουσιαστικό λόγο στις αποφάσεις που καθορίζουν το μέλλον του τόπου τους.

Το ζήτημα που ανακύπτει από τη Νάρτα και τη Σβέρνιτσα αφορά τελικά το μέλλον της ίδιας της Αλβανίας. Η χώρα βρίσκεται ενώπιον μιας κρίσιμης επιλογής. Από τη μία πλευρά βρίσκεται η ευρωπαϊκή προοπτική, η οποία προϋποθέτει ισχυρούς θεσμούς, ανεξάρτητη δικαιοσύνη, σεβασμό των δικαιωμάτων των πολιτών και διαφανείς διαδικασίες λήψης αποφάσεων. Από την άλλη βρίσκεται ένα μοντέλο ανάπτυξης όπου η πολιτική επιρροή, οι προσωπικές διασυνδέσεις και η οικονομική ισχύς καθορίζουν σε μεγάλο βαθμό το αποτέλεσμα.

Η Ελλάδα οφείλει να παρακολουθεί στενά τις εξελίξεις. Το ενδιαφέρον της για την τύχη του ελληνισμού της Βορείου Ηπείρου απορρέει από ιστορικούς δεσμούς, από την ευθύνη που συνεπάγεται η παρουσία μιας αναγνωρισμένης ελληνικής εθνικής μειονότητας και από την ανάγκη διασφάλισης των θεμελιωδών δικαιωμάτων των μελών της. Ζητήματα ασφάλειας, περιουσίας και ισότιμης μεταχείρισης απαιτούν σταθερή προσοχή από κάθε ελληνική κυβέρνηση.

Παράλληλα, η ευρωπαϊκή κοινότητα έχει κάθε λόγο να ενδιαφέρεται όταν ανακύπτουν σοβαρά ερωτήματα σχετικά με το κράτος δικαίου, τη διαφάνεια των διαδικασιών, τα περιβαλλοντικά πρότυπα και την προστασία των περιουσιακών δικαιωμάτων σε μια χώρα που επιδιώκει την πλήρη ευρωπαϊκή της ενσωμάτωση. Η αξιοπιστία των θεσμών κρίνεται ακριβώς σε τέτοιες περιπτώσεις, όταν καλούνται να εξισορροπήσουν την οικονομική ανάπτυξη με τον σεβασμό των δικαιωμάτων των πολιτών.

Οι κάτοικοι της Νάρτας και της Σβέρνιτσας ζητούν κάτι στοιχειώδες: να γνωρίζουν ποιος αποφασίζει για τη γη τους, να συμμετέχουν στις αποφάσεις που επηρεάζουν το μέλλον των οικογενειών τους και να αντιμετωπίζονται ως φορείς δικαιωμάτων, ιστορίας και μνήμης, αντί ως προσωρινό εμπόδιο σε σχέδια που σχεδιάστηκαν χωρίς τη συναίνεσή τους.

Εκεί βρίσκεται η ουσία της διαμάχης. Η γη στη Νάρτα και τη Σβέρνιτσα αποτελεί κάτι πολύ περισσότερο από περιουσιακό στοιχείο προς αξιοποίηση. Είναι ο χώρος όπου συμπυκνώνονται η ιστορική μνήμη, η πολιτισμική ταυτότητα και η συνέχεια ολόκληρων κοινοτήτων. Για τους Έλληνες της Βορείου Ηπείρου, όπως και για τους Αλβανούς γείτονές τους που διαμαρτύρονται μαζί τους, η απώλειά της ισοδυναμεί με απώλεια ενός μέρους του ίδιου τους του εαυτού. Όσο αυτή η αγωνία παραμένει αναπάντητη, οι κινητοποιήσεις στη Νάρτα και τη Σβέρνιτσα θα συνεχίσουν να υπενθυμίζουν ότι η πραγματική ανάπτυξη οικοδομείται πάνω στη συναίνεση, τη δικαιοσύνη και τον σεβασμό των δικαιωμάτων των τοπικών κοινωνιών και όχι πάνω στη λήθη της ιστορίας ή στην περιθωριοποίηση εκείνων που κατοικούν στον τόπο αυτό επί γενεές.

The post Η γη της Βορείου Ηπείρου δεν είναι προς πώληση appeared first on ΝΕΟΣ ΚΟΣΜΟΣ.