Η εκπαιδευτική μεταρρύθμιση του 1976 μαζί με την καθιέρωση του μονοτονικού συστήματος του 1982 θεωρούνται μεταρρυθμίσεις σταθμός για τη λύση του Γλωσσικού προβλήματος που ταλάνισε τις ελληνικές γενιές για περισσότερα από 150 χρόνια Ωστόσο διάφοροι αρθρογράφοι εμφανίζονται πότε πότε στον τύπο που αμφισβητούν την ορθότητα της καθιέρωσης της Δημοτικής ή του Μονοτονικού συστήματος, ή της αξίας της Γραμματικής του Μανόλη Τριανταφυλλίδη. ΄Ένας από τους σύγχρονους επικριτές όλων των παραπάνω είναι ο συγγραφέας και δημοσιογράφος της Καθημερινής κ. Τάκης Θεοδωρόπουλος.
Ο κ. Θεοδωρόπουλος, σε δυο πρόσφατα άρθρα του «Πού κρύβονται τα Ελληνικά;» (Καθημερινή, 10/5/2026) και «Το γλωσσικό είναι πάντα ζωντανό» (Καθημερινή, 24/5/2026) επιχειρηματολογεί ότι η γλωσσική μεταρρύθμιση του 1976 και του Μονοτονικού το 1982 έφεραν «μια απορρύθμιση» στη χρήση της Ελληνικής που απορρύθμισε τη διδασκαλία της στην Εκπαίδευση και ότι η εκπαιδευτική μεταρρύθμιση του 1976 οδήγησε στην «αλαλία» της νεότερης γενιάς. Συνοπτικά, ο κ. Θεοδωρόπουλος ισχυρίζεται ότι η απορρύθμιση φαίνεται στην ανάγκη για ενδογλωσσική μετάφραση. Η καθαρεύσουσα που καταργήθηκε δεν ήταν η καθαρεύουσα του Μιστριώτη αλλά μια προσβάσιμη μικτή γλώσσα, η λόγια Ελληνική, η οποία κατά τον Συκουτρή εμπεριείχε και τις δυο εκδοχές -Καθαρεύουσα και Δημοτική και στην οποία μεταφράζονταν οι επιστημονικοί όροι από τις άλλες γλώσσες, κάτι που είναι απαραίτητο για την παραγωγή αφηρημένης σκέψης. …Η καθαρεύουσα δεν ήταν τεχνητή γλώσσα γιατί έργα σαν του Παπαδιαμάντη δεν γράφονται σε τεχνητή γλώσσα, ενώ η λογοτεχνία του Ψυχάρη αποδεικνύει τη στειρότητα του γλωσσικού δογματισμού. Η μεταρρύθμιση, κατά τον κ. Θεοδωρόπουλο, συμπυκνώνεται στον αποκεφαλισμό της γλώσσας από την τρίτη κλίση και το απαρέμφατο και τον ακρωτηριασμό της μετοχής. Η γλώσσα του Ψυχάρη ήταν μια δογματική μορφή δημοτικής. Ο Συκουτρής ονόμασε τον Ψυχάρη Μιστριώτη της Δημοτικής. Η Καθαρεύουσα επέτρεπε τη γραφή σε διάφορα επίπεδα και τα έργα ποιητών όπως ο Σεφέρης και ο Ελύτης που έγραψαν στη δημοτική είναι γεμάτα από τύπους της καθαρεύουσας. Τα λογοτεχνικά έργα δεν γράφονται με τους κανόνες του Τριανταφυλλίδη. (Θεοδωρόπουλος, Καθημερινή, 10/5/2026).…. Καταργήσαμε την τρίτη κλίση, τα απαρέμφατα, τις δασείες και την περισπωμένη, και αισθανθήκαμε πολίτες του σύγχρονου κόσμου. (Θεοδωρόπουλος, Καθημερινή, 24/5/2026)
Με τα παραπάνω επιχειρήματά του ο κ. Θεοδωρόπουλος αγγίζει πολλά σημεία που αφορούν τη σημερινή κατάσταση της γλώσσας και θα πρέπει να συζητούνται. Ας αρχίσουμε με τη σημαντικότητα της μεταρρύθμισης του 1976 και του μονοτονικού του 1982. Κατά τη γνώμη μου, οι παραπάνω μεταρρυθμίσεις αποτελούν μια αποφασιστική καμπή στην ιστορία της Ελληνικής γλώσσας. Η Δημοτική που γνώρισε τους παραγκωνισμούς του 19ου αιώνα, τους διωγμούς των Ευαγγελικών του 1901, των Ορεστειακών του 1903, την απόρριψη του 1921 (τα σχολικά βιβλία της Δημοτικής «να καώσι»), και το 1967 την κατάργηση των μεταρρυθμίσεων του 1964, γινόταν για πρώτη φορά, το 1976, η επίσημη γλώσσα των κρατικών υπηρεσιών και όλων των βαθμίδων της Παιδείας. Η Δημοτική ήταν έτοιμη ν’ αναλάβει αυτό τον ρόλο. Δεν ήταν μόνο η γλώσσα της δημώδους ποίησης. Για 150 χρόνια είχε καλλιεργηθεί από τους λογοτέχνες της Επτανησιακής Σχολής, της γενιάς του 1880 και εκείνης του 1930.
Για αιώνες η Ελληνική γλώσσα είχε γίνει μονοτονική, τονιζόταν η συλλαβή της λέξης που ακουγόταν δυνατότερα, ενώ η περισπωμένη και η βαρεία είχαν περιπέσει σε λειτουργική αχρηστία. Οι τόνοι στην καθημερινή γραφή δεν εξυπηρετούσαν κάποιο λειτουργικό σκοπό, έφερναν μόνο το βάρος της ιστορικής ορθογραφίας. Τα πνεύματα επίσης είχαν περιπέσει σε αχρηστία: η ψιλή ποτέ δεν δήλωνε τίποτα άλλο, εκτός από το ότι η ψιλούμενη λέξη δεν ήταν δασυνόμενη. Τα τονικά σημάδια όταν επινοήθηκαν από τον Αριστοφάνη τον Βυζάντιο περί το 200 π. Χ, για να βοηθούν στην κατανόηση της τότε ελληνικής προφοράς από τους ξένους, είχαν κάποιο λειτουργικό ρόλο τον οποίο τώρα για πολλούς αιώνες έπαψαν να έχουν. Στην ιστορική ορθογραφία δασύνονταν εκτός από τις ορισμένες δασυνόμενες λέξεις και όλες εκείνες άρχιζαν από ύψιλον και ρο. Ποια ανάγκη εξυπηρετεί μια τέτοια χρήση σήμερα;
Οι αιτιάσεις του κ. Θοδωρόπουλου για τον αποκεφαλισμό της 3ης κλίσης, και του απαρέμφατου και τον ακρωτηριασμό της μετοχής δεν είναι ακριβείς. Η παλαιά τρίτη κλίση έχει ενσωματωθεί στις κλίσεις των ονομάτων , χωρίς κανένα ιδιαίτερο πρόβλημα, π. χ. -ο τάπης -ο τάπητας ο κώνωψ -το κουνούπι, η ελπίς – η ελπίδα, η κλείς -το κλειδί. Το μόνο που περιέπεσε σε αχρηστία είναι η δοτική η οποία στον λόγο των ομιλητών έχει αντικατασταθεί από τη γενική ή την αιτιατική. Η δοτική επίσης συναντάται συχνότατα σε ορισμένες στερεότυπες φράσεις: εντάξει, εντέλει, εν τω μεταξύ, συν τοις άλλοις και πλήθος άλλες. Τα έργα του Σεφέρη και του Ελύτη έχουν κάποτε παραθέματα από αρχαία κείμενα αλλά δεν είναι γεμάτα «τύπους της καθαρεύουσας». ΄Ενα γνωστό μυθιστόρημα που διανθίζεται από πλήθος στερεότυπους τύπους της καθαρεύουσας είναι «Το Τρίτο Στεφάνι» του Κώστα Ταχτσή.
Το απαρέμφατο παραμένει στον απρόσωπο ρηματικό τύπο των συντελεσμένων χρόνων: διαβάσει, τρέξει, επιμεληθεί. Ενίοτε χρησιμοποιείται από μερικούς σε παλαιότερες μορφές: καπνίζειν, επιχειρείν, φερ’ ειπείν, φέρεσθσαι, κλπ. Συχνότατα, όμως, αντικαθίσταται με το ουσιαστικό: απαγορεύεται το κάπνισμα, (αντί το καπνίζειν). Ο κ. Θεοδωρόπουλος δεν παραπέμπει σε κάποια κείμενα που μεταχειρίζονται το απαρέμφατο επιτυχώς. Ο Παπαδιαμάντης γράφει σε μια απολαυστική μικτή γλώσσα αλλά δεν μεταχειρίζεται απαρέμφατα. ΄Ενας γνωστός ποιητής που μεταχειρίζεται κάποτε το απαρέμφατο είναι ο Ανδρέας Κάλβος που γράφει σε ένα μίγμα δημοτικής και αρχαΐζουσας:
«Και δακρυχαίουσα θέλει/ την ιεράν φιλήσειν / κόνιν και ειπείν·Τον ένδοξον/ λόχον τέκνα, μιμήσατε,/, λόχον Ηρώων.»
Δεν είναι σίγουρο τι εννοεί ο κ. Θεοδωρόπουλος με τον «ακρωτηριασμό της Μετοχής που έγινε μόνο τροπική». Δεν ευσταθεί η άποψη αυτή. Λέμε: πηγαίνει τρέχοντας, τραγουδώντας αλλά λέμε επίσης: τρέχουσα, επείγουσα, σκεπτόμενος, διαβασμένος, κλπ.
Το κίνημα του Ψυχάρη (Το Ταξίδι μου, 1888) τάραξε τα νερά της περιόδου εκείνης και παρακίνησε μερικούς συγγραφείς προς τη δημοτική, π.χ. τον Ανδρέα Καρκαβίτσα, κ. α. ή επέδρασε δημιουργικά σε συγγραφείς της δεκαετίας του 1920, όπως στον Βάρναλη ή τον Καζαντζάκη. Συμφωνούμε ότι ο ψυχαρισμός ήταν γενικά μια τεχνητή δημοτική (όπως και η καθαρεύουσα του Μιστριώτη) αλλά βοήθησε το δημοτικιστικό κίνημα της περιόδου. .Οι περισσότεροι , όμως, συγγραφείς της γενιάς του 30 ακολούθησαν μια πιο μετριοπαθή γλωσσική δημοτική, χωρίς τις ψυχαρικές ακρότητες και αυτή ακολούθησε και η Γραμματική του Τριανταφυλλίδη.
Ο κ. Θεοδωρόπουλος, μολονότι γράφει στη δημοτική στην οποία γράφουν και οι άλλοι συνάδελφοί του στη Καθημερινή, γράφει στα παραπάνω άρθρα ένα εγκώμιο της καθαρεύουσας. Συμφωνούμε ότι η καθαρεύουσα του 1976 δεν ήταν η καθαρεύουσα του Μιστριώτη αλλά η «λόγια Ελληνική». Το ίδιο, όμως, η δημοτική του 1976 δεν ήταν η δημοτική του Ψυχάρη αλλά η δημοτική που μιλούσαν όλοι οι ΄Ελληνες και στην οποία έγραφαν οι περισσότεροι λόγιοι της περιόδου, και που γινόταν όλο και περισσότερο η νέα λόγια γλώσσα. ΄Ηταν η γλώσσα στην οποία είχαν γραφτεί, μεταξύ των άλλων, τα έργα του Σολωμού, του Παλαμά, του Θεοτοκά, του Σεφέρη και του Ελύτη. Από το 1941 υπήρχε η Μεγάλη Γραμματική του Τριανταφυλλίδη και από το 1948 η σχολική της εκδοχή – η Μικρή Νεοελληνική Γραμματική. Υπήρχε επίσης το σημαντικό βιβλίο Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας του Κ. Θ. Δημαρά.
Σήμερα, 50 χρόνια αργότερα, η Ελληνική, σε μια ενιαία γραμματική, εμπεριέχει όλο και περισσότερο και τις δυο εκδοχές, και την παλιά δημοτική και την καθαρεύουσα, γράφεται και ομιλείται σε πολλά επίπεδα, σ’ αυτή μεταφράζονται οι επιστημονικοί όροι από τις άλλες γλώσσες -οικονομικά, νομικά, ιατρική, ψυχολογία, κλπ., και είναι η γλώσσα των σημερινών λογίων και σχεδόν όλων των δημοσιογράφων -η λόγια Ελληνική.
Συχνά η καθαρεύσουσα ήταν πομπώδης. Ελάχιστα ποιήματα γραμμένα σ’ αυτή εξακολουθούν να είναι γνωστά. Η πρόζα στην καθαρεύουσα ανέδειξε μερικούς καλούς συγγραφείς όπως ο Βικέλας, ο Ροΐδης, ο Βυζηινός, ο Παπαδιαμάντης. Ο Ελύτης στο ΄Αξιον Εστί παραπέμπει με ιερότητα στο έργο του Παπαδιαμάντη:
«Όπου και να σας βρίσκει το κακό, αδελφοί, …μνημονεύετε Διονύσιο Σολωμό και μνημονεύετε Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη»
Δυο σημαντικά έργα που γράφτηκαν στην Καθαρεύουσα είναι η Ιστορία της Ελληνικής Επανάστασης του Σπυρίδωνα Τρικούπη και η Ιστορία του Ελληνικού ΄Εθνους, του Κωνσταντίνου Παπαρρηγόπουλου.
Αντίθετα από τον Ψυχάρη, η Γραμματική του Τριανταφυλλίδη δεν επέβαλε δικούς της κανόνες αλλά βασίστηκε στα έργα των πιο αξιόλογων δημοτικιστών λογοτεχνών της γενιάς του 1880 και του 1930, όπως του Παλαμά, του Μυριβήλη, του Βενέζη, του Θεοτοκά, του Σεφέρη, του Ελύτη, κ.α. Η Σχολική Γραμματική του Τριανταφυλλίδη έχει επανειλημμένως προσαρμοστεί από τις επιτροπές του Υπουργείου Παιδείας και θα μπορούσαμε να πούμε ότι με τα διάφορα λεξικά του Μπαμπινιώτη και άλλων που εκδόθηκαν μετά το 1990, ανταποκρίνεται στις σημερινές ανάγκες της παιδείας και των λογίων. Η ιστορική ορθογραφία και η μεγαλύτερη επαφή με την ιστορική ελληνική γραμματεία αφορά περισσότερο τα άτομα που έχουν τη θέληση και την έφεση ν’ ασχοληθούν μ’ αυτά. Η ελληνική εγκύκλιος παιδεία θα πρέπει να τους προετιμάζει γι’ αυτή τη δυνατότητα. Αυτό σημαίνει ότι ο μαθητής που τελειώνει τη δευτεροβάθμια παιδεία θα πρέπει να έχει εξοικειωθεί με όλες τις μορφές του νεότερου ελληνικού λόγου, από τον Σεφέρη, Καβάφη και Σολωμό μέχρι τον Παπαδιαμάντη, Ροΐδη και τα κείμενα της Κρητικής Αναγέννησης. Η εξοικείωση αυτή θα πρέπει να γίνεται από τα πρωτότυπα κείμενα, χωρίς άσκοπες ενδογλωσσικές μεταγλωττίσεις.
Σχετικά με τη σημερινή Νεοελληνική Γραμματική θα πρέπει να παρατηρήσουμε ότι η αρχική Μικρή Σχολική Γραμματική του Τριανταφυλλίδη περιλάμβανε όλες τις παλιές δασυνόμενες λέξεις ενώ οι προσαρμογές της, προφανώς λόγω του μονοτονικού, τις έχουν παραλείψει. Κατά τη γνώμη μου θα πρέπει να υπάρχουν στη Γραμματική και να τις γνωρίζει ο μαθητής γιατί έτσι θα μπορεί να καταλαβαίνει τις μεταβολές και μετατροπές συμφώνων σε λέξεις όπως αφαίμαξη, αφαίρεση, αφομοίωση, αφοπλισμός, εφαρμογή, εφημερία, εφημερίδα, έφιππος, εφόδια, καθημερινή, καθιέρωση, καθυστέρηση, μεθεόρτια, μέθοδος, υφαρπαγή, ύφεση, υφήλιος κ. α.
Υπάρχει, τουλάχιστον, μία αστοχία στη Γραμματική Τριανταφυλλίδη και στη σημερινή της προσαρμογή. Οι προθέσεις διά, εκ, εν, επί, προ, συν, υπέρ, υπό δίνονται ως απαρχαιωμένες προθέσεις. Η πρόθεση αμφί δεν αναφέρεται καν. Κατά τη γνώμη μου, δεν είναι καθόλου απαρχαιωμένες αλλά σύγχρονες ζωντανές προθέσεις που υπάρχουν στην Ελληνική γλώσσα από τα αρχαία χρόνια και βοηθούν στον εμπλουτισμό και τη ζωτικότητα του καθημερινού και επίσημου ελληνικού λόγου. Οι μικρές αυτές λεξούλες στην Ελληνική συχνότατα συνθέτονται με τα ρήματα και τα ουσιαστικά και βοηθούν κάθε φορά στην αλλαγή του νοήματός τους και στην παραγωγή διαφορετικών αφηρημένων ουσιαστικών: διαφέρω, διαφορά, μεταφορά, εκφορά, αναφορά, αποφορά, παραφορά, προφορά, προσφορά, περιφορά, συμπεριφορά, ανάληψη, επανάληψη, κατάληψη, προκατάληψη, μετάληψη, πρόληψη, πρόσληψη, κατάσταση, αποκατάσταση, απόσταση, διάσταση, περίσταση, ανάσταση, παράσταση, αναπαράσταση, εγκατάσταση, αποκάλυψη, συγκάλυψη, επικάλυψη, επανίδρυση, εγκαθίδρυση, αφαίμαξη, αφορισμός, καθορισμός, διορισμός, ανάθεση, διάθεση, έκθεση, επίθεση, κατάθεση, πρόθεση, σύνθεση, αποσύνθεση, ανασύνθεση, προϋπόθεση, αμφιβολία, αμφιθέατρο, αμφιλογία, αμφισβήτηση, κτλ. Αν ο κ. Θεοδωρόπουλος ερευνά τρόπους για παραγωγή αφηρημένης σκέψης δεν θα έπρεπε να καταφεύγει στο απαρέμφατο αλλά στην πλούσια παραγωγική δύναμη των προθέσεων της ελληνικής γλώσσας.
Ο κ. Θεοδωρόπουλος μίλησε για φαινόμενα αλαλίας της νεότερης γενιάς. Δυστυχώς υπάρχουν φαινόμενα αλαλίας και λανθασμένης χρήσης της γλώσσας. Μερικές φορές και από δημοσιογράφους στο ραδιόφωνο, την τηλεόραση και τις εφημερίδες. Πάντοτε, όμως υπήρχαν τέτοια φαινόμενα και αυτό δεν οφείλεται στις εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις του 1976 και του 1982. Και πριν τις μεταρρυθμίσεις υπήρχαν άτομα που δυσκολεύονταν να χειριστούν σωστά τόσο την καθαρεύουσα, όσο και τη δημοτική. Ο ίδιος ο κ. Θεοδωρόπουλος αναφέρει τη χούντα της οποίας οι ηγέτες μιλούσαν και κακοχειρίζονταν την «καθαρεύουσα» και τής «κατάφεραν και το τελειωτικό χτύπημα», (Καθημερινή, 10/5/2026).
Υπάρχουν διάφοροι λόγοι σήμερα για τέτοια δυσάρεστα φαινόμενα κακοχειρισμού της γλώσσας. Οι μαθητές ξοδεύουν πολύ χρόνο με τα μίντια και λιγότερο στην ανάγνωση και τη μελέτη. Σήμερα όλοι οι μαθητές εισέρχονται στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση και, ανεξάρτητα από τις επιδόσεις τους, το θεωρούν δικαίωμά τους να την αποπερατώσουν. Η διδασκαλία έχει γίνει πιο χαλαρή και η υψηλή βαθμολογία πολύ πιο γενναιόδωρη. Χρειάζεται ταχεία αναβάθμιση, της δευτεροβάθμιας παιδείας στην Ελλάδα, θέτοντας ψηλότερα επίπεδα, ιδιαίτερα στις δυο τελευταίες τάξεις του λυκείου.
*Ο Δρ Χρήστος Ν. Φίφης είναι επίτιμος ερευνητής της Σχολής Ανθρωπιστικών και Κοινωνικών Επιστημών του Πανεπιστημίου La Trobe. Ο τίτλος του τελευταίου του βιβλίου είναι: «Ποιήματα 1963-2025», εκδόσεις Σ. Ι. Ζαχαρόπουλου, Αθήνα 2025.
The post Η ζωτικότητα και οι δυνατότητες της Ελληνικής γλώσσας appeared first on ΝΕΟΣ ΚΟΣΜΟΣ.