Σε ισχύ τέθηκαν από την πρώτη του μηνός στην Αυστραλία οι νέοι νόμοι κατά της αισχροκέρδειας στα σούπερ μάρκετ, με στόχο την αντιμετώπιση τιμών που κρίνονται σημαντικά υπερβολικές σε σχέση με το κόστος προμήθειας των προϊόντων.
Οι ρυθμίσεις αφορούν τις μεγάλες αλυσίδες σούπερ μάρκετ με ετήσια έσοδα άνω των 30 δισ. δολαρίων, όριο που στην πράξη καλύπτει τις Coles και Woolworths.
Σε περίπτωση παραβίασης, οι εταιρείες μπορεί να βρεθούν αντιμέτωπες με πρόστιμα έως και 10 εκατ. δολαρίων, εφόσον διαπιστωθεί ότι επέβαλαν «σημαντικά υπερβολικές» τιμές σε σύγκριση με το κόστος ενός προϊόντος.
Η κυβέρνηση έχει παρουσιάσει τα νέα μέτρα ως μια προσπάθεια να υπάρξει πιο δίκαιη μεταχείριση των καταναλωτών στο ταμείο. Ωστόσο, όπως επισημαίνει το SBS News, ειδικοί εμφανίζονται επιφυλακτικοί ως προς το αν οι αλλαγές θα οδηγήσουν πράγματι σε χαμηλότερους λογαριασμούς για τα νοικοκυριά.
ΘΑ ΔΟΥΝ ΔΙΑΦΟΡΑ ΟΙ ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΕΣ;
Οι νέοι νόμοι μπορεί να λειτουργήσουν αποτρεπτικά απέναντι σε ακραίες πρακτικές τιμολόγησης, αλλά δεν σημαίνει απαραίτητα ότι οι τιμές στα ράφια θα μειωθούν άμεσα.
Το βασικό πρόβλημα για πολλούς καταναλωτές παραμένει το υψηλό κόστος των τροφίμων και η περιορισμένη δυνατότητα ουσιαστικής επιλογής στην αγορά.
Η κυριαρχία των δύο μεγάλων αλυσίδων έχει επανειλημμένα βρεθεί στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης, καθώς η έλλειψη έντονου ανταγωνισμού μπορεί να περιορίζει την πίεση για χαμηλότερες τιμές.
Σε προηγούμενη έκθεσή της, η Australian Competition and Consumer Commission (ACCC) είχε επισημάνει ότι η σχεδόν δυοπωλιακή (που ελέγχεται από δύο κυρίαρχους «παίκτες») θέση των Coles και Woolworths δεν δημιουργεί ισχυρά κίνητρα για επιθετικό ανταγωνισμό, ενώ οι δύο αλυσίδες συγκαταλέγονται στα πιο κερδοφόρα σούπερ μάρκετ διεθνώς.
Ωστόσο, η έκθεση δεν είχε κατηγορήσει ευθέως τις δύο εταιρείες για αισχροκέρδεια σε βάρος των καταναλωτών, κάτι που και οι ίδιες έχουν αρνηθεί.
Έτσι, οι νέες ρυθμίσεις μπορεί να περιορίσουν ακραίες περιπτώσεις αυξήσεων, αλλά δύσκολα θα λύσουν από μόνες τους το βαθύτερο ζήτημα της ακρίβειας στα τρόφιμα.
ΔΥΣΚΟΛΗ Η ΑΠΟΔΕΙΞΗ ΤΗΣ ΑΙΣΧΡΟΚΕΡΔΕΙΑΣ
Ένα από τα βασικά ζητήματα είναι ότι η αισχροκέρδεια δεν αποδεικνύεται εύκολα.
Ο νόμος εξετάζει αν μια τιμή είναι υπερβολική σε σχέση με το κόστος προμήθειας.
Ο καταναλωτής, όμως, συνήθως κρίνει με διαφορετικό τρόπο: συγκρίνει την τιμή με αυτό που θυμάται ότι πλήρωσε στο παρελθόν ή με αυτό που θεωρεί λογικό για ένα βασικό προϊόν.
Αυτό σημαίνει ότι μια αύξηση μπορεί να φαίνεται άδικη ή υπερβολική στο ταμείο, ακόμη και όταν ο λιανοπωλητής (retailer) μπορεί να την αιτιολογήσει με παράγοντες όπως αυξημένα κόστη μεταφοράς, κακή σοδειά, προβλήματα στην εφοδιαστική αλυσίδα ή υψηλότερα λειτουργικά έξοδα.
Πρόσθετη δυσκολία αποτελεί το γεγονός ότι οι νόμοι δεν ορίζουν με απόλυτη σαφήνεια τι σημαίνει «υπερβολική» τιμή ούτε ποιο περιθώριο κέρδους θεωρείται εύλογο.
Με τα σούπερ μάρκετ να πωλούν χιλιάδες προϊόντα και να λειτουργούν με κοινά κόστη, η απομόνωση του πραγματικού περιθωρίου κέρδους για κάθε προϊόν είναι σύνθετη υπόθεση. Αυτό καθιστά την εφαρμογή των νόμων δύσκολη στην πράξη και ενδέχεται να περιορίσει τον άμεσο αντίκτυπό τους.
Η ΕΜΠΙΣΤΟΣΥΝΗ ΠΑΡΑΜΕΝΕΙ ΖΗΤΟΥΜΕΝΟ
Τα τελευταία χρόνια, οι μεγάλες αλυσίδες σούπερ μάρκετ έχουν δεχθεί έντονη κριτική για τις τιμές, τις προσφορές και τον τρόπο με τον οποίο παρουσιάζονται οι εκπτώσεις στους καταναλωτές.
Οι Coles και Woolworths παραμένουν μεταξύ των λιγότερο αξιόπιστων εταιρειών στην Αυστραλία, σύμφωνα με έρευνες για την εμπιστοσύνη των καταναλωτών.
Παράλληλα, πρακτικές που σχετίζονται με προσωρινές αυξήσεις τιμών πριν από την εμφάνιση προϊόντων σε προσφορά έχουν ενισχύσει την καχυποψία του κοινού.
Σε αυτό το περιβάλλον, οι νέοι νόμοι μπορεί κυρίως να λειτουργήσουν ως προειδοποίηση προς τις μεγάλες αλυσίδες ότι παρακολουθούνται πιο στενά. Ωστόσο, η αποκατάσταση της εμπιστοσύνης των καταναλωτών θα χρειαστεί περισσότερα από ένα νέο νομοθετικό πλαίσιο.
ΠΟΙΟΙ ΜΕΝΟΥΝ ΕΚΤΟΣ ΤΩΝ ΡΥΘΜΙΣΕΩΝ
Ένα ακόμη σημείο προβληματισμού είναι το περιορισμένο πεδίο εφαρμογής των νέων νόμων.
Οι ρυθμίσεις επικεντρώνονται στα μεγάλα σούπερ μάρκετ, αφήνοντας εκτός άλλους μεγάλους παίκτες του λιανεμπορίου, όπως διαδικτυακές πλατφόρμες και ομίλους που δραστηριοποιούνται σε πολλούς τομείς της αγοράς.
Αυτό δημιουργεί ερωτήματα για το κατά πόσο τα μέτρα είναι αρκετά ευρεία ώστε να αντιμετωπίσουν συνολικά το ζήτημα των υψηλών τιμών, ειδικά σε μια περίοδο που τα νοικοκυριά πιέζονται όχι μόνο από τα τρόφιμα, αλλά και από καύσιμα, ενοίκια, λογαριασμούς και βασικές υπηρεσίες.
ΤΙ ΜΠΟΡΟΥΝ ΝΑ ΚΑΝΟΥΝ ΟΙ ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΕΣ
Με τις τιμές να μην αναμένεται να μειωθούν άμεσα λόγω των νέων νόμων, οι καταναλωτές καλούνται να αξιοποιήσουν όσα εργαλεία έχουν στη διάθεσή τους.
Η σύγκριση τιμών, οι αγορές από διαφορετικά καταστήματα, η αξιοποίηση πραγματικών προσφορών και η αποφυγή της απόλυτης προσκόλλησης σε μία μόνο αλυσίδα μπορούν να ασκήσουν πίεση στην αγορά.
Οι αγορές στο φυσικό κατάστημα μπορεί επίσης να βοηθήσουν τους καταναλωτές να συγκρίνουν καλύτερα τιμές, μεγέθη και εναλλακτικά προϊόντα, αντί να βασίζονται αποκλειστικά στην πιο περιορισμένη εικόνα που εμφανίζεται συχνά στις διαδικτυακές πλατφόρμες.
Όταν παρατηρούνται ύποπτες αυξήσεις ή προσφορές που φαίνονται παραπλανητικές, οι καταναλωτές μπορούν να κρατούν αποδείξεις, να βγάζουν φωτογραφίες και να αναφέρουν τις περιπτώσεις στην ACCC.
Οι νέοι νόμοι στέλνουν ένα μήνυμα αυστηρότερης εποπτείας προς τις μεγάλες αλυσίδες, αλλά για τα νοικοκυριά που μετρούν κάθε δολάριο στο ταμείο, το κρίσιμο ερώτημα παραμένει αν και πότε αυτή η πίεση θα φανεί πραγματικά στις τιμές.
The post «Φρένο» στην αισχροκέρδεια των σούπερ μάρκετ, αλλά όχι απαραίτητα στις τιμές appeared first on ΝΕΟΣ ΚΟΣΜΟΣ.