Οι Έλληνες είχαν ανέκαθεν στο αίμα τους το γονίδιο της μετανάστευσης. Ήταν ανήσυχος, φιλόδοξος και ριψοκίνδυνος λαός, επιρρεπής στις περιπέτειες και γοητευμένος από το άγνωστο. Στη σημερινή εποχή, δεν ξέρω αν μπορούμε να υποστηρίξουμε ακόμη αυτά τα χαρακτηριστικά.
Όπου κι αν πήγαν, προσαρμόζονταν εύκολα στο νέο τους περιβάλλον, δημιουργούσαν δεσμούς με τους ντόπιους λαούς, οι οποίοι όχι μόνο απέφευγαν να τους ενοχλούν ή να τους προσβάλλουν, όπως συνέβαινε με άλλους επισκέπτες, αλλά μάθαιναν τη γλώσσα τους, σέβονταν τα ήθη και τα έθιμά τους και έτσι όχι μόνο μετέδιδαν τον πολιτισμό τους, αλλά πολλές φορές κέρδιζαν την εμπιστοσύνη τους και έπαιρναν ηγετικό ρόλο.
Έτσι, μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και του εμφυλίου σπαραγμού, άλλοι με τη θέλησή τους και άλλοι εξαιτίας της σκληρής πραγματικότητας ότι η πατρίδα είχε γίνει μια «φυλακή», η νεολαία άνοιξε τα φτερά της και έφυγε για τις γειτονιές του κόσμου: Γερμανία, Αμερική, Νότια Αφρική, Βραζιλία, Αυστραλία, Καναδά…
Θύμησες
Μελβούρνη: 1968–2022
Από τη στιγμή που άνοιγαν οι μπουκαπόρτες των καραβιών και πατούσαμε το χώμα αυτής της φιλόξενης χώρας, που έμελλε να γίνει για τους περισσότερους δεύτερη πατρίδα, και πριν ακόμη σταθούμε στα πόδια μας, αρχίζαμε το μάζεμα της λίρας — και αργότερα του δολαρίου, μετά τον Φεβρουάριο του 1966 που έγινε η μετατροπή.
Κάθε δολάριο που έπεφτε στα χέρια μας το βάζαμε στο «βιβλίο» — έτσι μεταφράζαμε τη λέξη book. «Φασούλι το φασούλι γεμίζει το σακούλι», έλεγαν στην πατρίδα, κι εμείς το κάναμε τρόπο ζωής.
Όταν βλέπαμε να μεγαλώνουν οι αριθμοί και να φουσκώνει ο λογαριασμός, γεμίζαμε σιγουριά και αυτοπεποίθηση. Ό,τι περισσεύε, πήγαινε στην πατρίδα, για να γιατρέψει πληγές και ανάγκες, να στηρίξει οικογένειες και να κλείσει παλιές τρύπες.
Οι ταχυδρόμοι εκείνης της εποχής ήταν τα πιο λαχταριστά πρόσωπα στα άγονα χωριά της Ελλάδας. Με τα εμβάσματα πληρώνονταν χρέη, έμπαιναν προίκες, επισκευάζονταν σπίτια, στηρίζονταν οικογένειες.
Ήταν δύσκολα χρόνια. Η Ελλάδα μετά τον πόλεμο και τον εμφύλιο δεν μπορούσε να προσφέρει προοπτική στους νέους. Έτσι ξεκίνησε το μεγάλο κύμα της μετανάστευσης προς τον κόσμο: Καναδά, Αυστραλία, Βραζιλία, Αμερική, Γερμανία.
Πιο τυχεροί — κατά τη δική μου γνώμη — ήταν όσοι έφτασαν στην Αυστραλία και την έκαναν πατρίδα τους. Εδώ βρήκαν «γη και ύδωρ», δούλεψαν ατελείωτες ώρες σε εργοστάσια, φάρμες, λιμάνια και τρένα.
Ήθελαν να είναι η μέρα μεγάλη, να προλαβαίνουν τη δουλειά που περίμενε μπροστά τους. Το κυνήγι του δολαρίου ήταν ανελέητο. Δεν ήρθαν για προσκύνημα ή αναψυχή.
Πολλοί δούλευαν σε δύο και τρεις δουλειές. Υπήρχαν περιπτώσεις, όπως ενός συμπατριώτη μου, που για τρία χρόνια είχε δει τον ήλιο μόνο λίγες φορές, δουλεύοντας από τα χαράματα μέχρι το βράδυ.
Με τον χρόνο, κατάφεραν να αποκτήσουν σπίτια, να ξεφύγουν από τα ενοίκια και τις δυσκολίες της συμβίωσης πολλών οικογενειών στο ίδιο σπίτι. Σιγά σιγά δημιούργησαν περιουσίες, επιχειρήσεις και οικογένειες.
Τα παιδιά τους σπούδασαν στα καλύτερα σχολεία και πανεπιστήμια και πολλοί ανέβηκαν στα υψηλότερα επίπεδα της αυστραλιανής κοινωνίας: δάσκαλοι, γιατροί, δικηγόροι, δικαστές, στρατιωτικοί, πολιτικοί.
Σπάνια συναντά κανείς αυστραλογεννημένο Ελληνόπουλο χωρίς πανεπιστημιακή μόρφωση.
Τώρα, εδώ και δύο χρόνια που έχω επιστρέψει στην πατρίδα και κατοικώ στην Κυπαρισσία, κοιτάζω το Ιόνιο και θυμάμαι όλα εκείνα τα χρόνια δημιουργίας. Νοσταλγία και μια γλυκιά θλίψη με διαπερνούν.
Οι χαρές, οι γάμοι, οι βαφτίσεις και οι γιορτές έχουν αντικατασταθεί από κηδείες και μνημόσυνα. Η εφημερίδα «Νέος Κόσμος» κάθε εβδομάδα φιλοξενεί δεκάδες αγγελίες αποχαιρετισμών.
Έμειναν άδεια σπίτια, άδεια κρεβάτια και καρέκλες. Οι άλλοτε νέοι βρίσκονται σήμερα σε γηροκομεία και νοσοκομεία, περιμένοντας το τέλος της διαδρομής.
Και δεν περιμένουν πια μεγάλα καράβια, αλλά τη μικρή βαρκούλα που θα τους περάσει στην άλλη όχθη του Αχέροντα.
Δεν χρειάζονται πια λίρες και δολάρια. Ένα μικρό νόμισμα αρκεί για τον βαρκάρη.
Κυπαρισσία, 15 Ιουνίου 2024
The post Από την ξενιτιά στην Κυπαρισσία – Μνήμες της ελληνικής μετανάστευσης στην Αυστραλία appeared first on ΝΕΟΣ ΚΟΣΜΟΣ.