Η οδήγηση σε μεγαλύτερη ηλικία στο επίκεντρο της αναθεώρησης των εθνικών προτύπων

Η Αυστραλία βρίσκεται σε διαδικασία αναθεώρησης των εθνικών προτύπων ικανότητας οδήγησης (Fitness to Drive Standards), που χρησιμοποιούνται για την αξιολόγηση της ικανότητας οδήγησης ατόμων με προβλήματα υγείας ή λειτουργικούς περιορισμούς (functional limitations).

Στόχος της αναθεώρησης, σύμφωνα με την Εθνική Επιτροπή Μεταφορών (National Transport Commission – NTC), είναι να διασφαλιστεί ότι οι αποφάσεις για την έκδοση ή διατήρηση της άδειας οδήγησης παραμένουν «δίκαιες, συνεπείς και βασισμένες στα σύγχρονα επιστημονικά δεδομένα».

Τα πρότυπα αυτά αποτελούν τον βασικό οδηγό για τους γιατρούς, οι οποίοι καλούνται να αξιολογήσουν κατά πόσο ένας ένα άτομο μπορεί να συνεχίσει να οδηγεί με ασφάλεια, να ενημερώσουν τους ασθενείς για τις επιπτώσεις της κατάστασής τους στην ασφαλή οδήγηση και να υποβάλουν σχετικές εισηγήσεις στις αρμόδιες αρχές αδειοδότησης.

Ωστόσο, η διαδικασία έχει ανοίξει νέο κύκλο αντιδράσεων, με τους επαγγελματίες υγείας. Όπως υποστηρίζουν τόσο η Australian Medical Association (AMA) όσο και το Royal Australian College of General Practitioners (RACGP), η σημερινή διαδικασία βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στην κλινική κρίση του γιατρού, ιδιαίτερα στις περιπτώσεις γνωστικής εξασθένησης, γεγονός που δημιουργεί ηθικά διλήμματα, νομικούς κινδύνους και συχνά οδηγεί σε συγκρούσεις με τους ασθενείς και τις οικογένειές τους.

Η συζήτηση αυτή έρχεται καθώς, σύμφωνα με στοιχεία της Australian Infrastructure and Transport, οι κάτοχοι άδειας οδήγησης ηλικίας 80 ετών και άνω αντιπροσωπεύουν πλέον περίπου το 4% του συνόλου των οδηγών.

Ο αριθμός των ηλικιωμένων οδηγών αυξάνεται με ταχείς ρυθμούς. Το 2025 υπήρχαν 795.619 οδηγοί ηλικίας 80 ετών και άνω, έναντι 460.273 πριν από δέκα χρόνια.

Σήμερα στην Αυστραλία δεν ισχύει ένα ενιαίο ηλικιακό όριο ή υποχρεωτική εξέταση για όλους.

Οι Πολιτείες και οι Περιοχές εφαρμόζουν τα εθνικά ιατρικά πρότυπα Assessing Fitness to Drive, όμως η εφαρμογή τους (ιατρικές εξετάσεις, περιοδικοί έλεγχοι ή πρακτικές δοκιμασίες) διαφέρει και η τελική απόφαση λαμβάνεται από την αρμόδια αρχή αδειοδότησης κάθε δικαιοδοσίας.

Στη Βικτώρια, σύμφωνα με το Transport Victoria, δεν προβλέπεται υποχρεωτική επανεξέταση ή ιατρική αξιολόγηση αποκλειστικά και μόνο λόγω ηλικίας. «Η διατήρηση της άδειας οδήγησης εξαρτάται από τη συμπεριφορά του οδηγού και την ιατρική του καταλληλότητα για ασφαλή οδήγηση».

Όσοι εμφανίζουν σοβαρή ή χρόνια πάθηση που μπορεί να επηρεάζει την ασφαλή οδήγηση έχουν νομική υποχρέωση να το δηλώσουν και ενδέχεται να υποβληθούν σε ιατρική αξιολόγηση από το Transport Victoria, σύμφωνα με τα εθνικά πρότυπα Assessing Fitness to Drive.

Η Australian Medical Association (AMA) ανέφερε ότι οι νέες συζητήσεις γύρω από τις αξιολογήσεις ικανότητας οδήγησης «συχνά υποτιμούν την ευθύνη που επωμίζονται οι ιατροί».

«Οι αξιολογήσεις της ικανότητας οδήγησης απαιτούν από τους γιατρούς, κυρίως τους GPs, να λαμβάνουν αποφάσεις που επηρεάζουν άμεσα την ανεξαρτησία, την εργασία, την κοινωνική συμμετοχή και την ποιότητα ζωής ενός ασθενούς», αναφέρεται στην υποβολή.

«Ταυτόχρονα, πρέπει να λαμβάνουν υπόψη και τις ευρύτερες υποχρεώσεις τους απέναντι στη δημόσια ασφάλεια. Αυτό γίνεται ιδιαίτερα δύσκολο όταν οι αξιολογήσεις αφορούν προοδευτική γνωστική εξασθένηση, αβεβαιότητα σχετικά με τη λειτουργική ικανότητα του ασθενούς, αντικρουόμενες πληροφορίες από ασθενείς και οικογένειες ή περιορισμένη πρόσβαση σε εξειδικευμένες υπηρεσίες αξιολόγησης».

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, το RACGP επαναλαμβάνει ότι οι αξιολογήσεις αυτές αποτελούν μία από τις πιο απαιτητικές διαδικασίες στη Γενική Ιατρική.

«Κατά τον καθορισμό της ικανότητας ενός ατόμου να οδηγεί, η γνώμη του κλινικού ιατρού μπορεί να έχει νομικές, ηθικές, συναισθηματικές και κοινωνικές συνέπειες», αναφέρει.

Οι κατευθυντήριες οδηγίες προσθέτουν ότι η αξιολόγηση πρέπει να εξισορροπεί την ελαχιστοποίηση των κινδύνων για την οδική ασφάλεια, τόσο για τον ίδιο τον οδηγό όσο και για το κοινωνικό σύνολο, με τη διατήρηση της ανεξαρτησίας, του τρόπου ζωής και της δυνατότητας μετακίνησης για εργασία.

Η καθηγήτρια Dimity Pond, Γενική Ιατρός με ειδικό ενδιαφέρον στη γνωστική εξασθένηση, συμφωνεί ότι απαιτούνται αλλαγές, αποκαλύπτοντας ότι έχει χάσει ασθενείς επειδή διαφώνησαν με την αξιολόγησή της.

«Στο τέλος, η διαδικασία είναι υποκειμενική και αρκετά αμφιλεγόμενη τόσο για τον ασθενή όσο και, πολλές φορές, για την οικογένειά του», δήλωσε στο newsGP.

«Υπάρχουν πραγματικές δυσκολίες όταν ο ασθενής ζει μόνος ή είναι ο μοναδικός οδηγός της οικογένειας, οπότε η κατάσταση γίνεται ιδιαίτερα απαιτητική και ίσως χρειαστεί να πάρετε μια σκληρή απόφαση εις βάρος του».

«Αν υπήρχε κάτι που να λέει ξεκάθαρα ‘όχι, με αυτή την κατάσταση δεν μπορείτε να οδηγείτε’ ή ‘ίσως να μην μπορείτε να οδηγείτε αν ξεπεράσετε αυτό το όριο, αλλά σίγουρα δεν μπορείτε αν η βαθμολογία σας είναι κάτω από αυτό’, τότε αυτό θα ήταν πραγματικά χρήσιμο».

Η παρέμβαση της AMA χαρακτηρίζει την αξιολόγηση της γνωστικής εξασθένησης ως μία από τις πιο σύνθετες πτυχές της λήψης αποφάσεων σχετικά με την ικανότητα οδήγησης, καθώς οι γενικοί ιατροί «συχνά καλούνται να συνθέσουν πληροφορίες από πολλαπλές, ατελείς πηγές».

Παράλληλα, επισημαίνει ότι οι αποφάσεις αυτές επηρεάζουν και τη σχέση μεταξύ γιατρού και ασθενούς.

«Σε αντίθεση με τις περισσότερες κλινικές αποφάσεις, οι αξιολογήσεις της ικανότητας οδήγησης μπορούν να επηρεάσουν άμεσα την ανεξαρτησία, την εργασία, την οικονομική ασφάλεια, την κοινωνική συμμετοχή και συνολικά την ευημερία ενός ανθρώπου», αναφέρει η AMA.

«Η απώλεια της δυνατότητας οδήγησης μπορεί να έχει βαθιές συνέπειες, ιδιαίτερα για τους ηλικιωμένους Αυστραλούς, όσους ζουν σε περιφερειακές ή αγροτικές περιοχές και τα άτομα που εξαρτώνται από την άδεια οδήγησης για την εργασία ή τις υποχρεώσεις φροντίδας άλλων».

Για τον λόγο αυτό, η AMA ζητά περαιτέρω διερεύνηση επιστημονικά τεκμηριωμένων εργαλείων που θα μπορούσαν να βελτιώσουν τη συνέπεια, την αντικειμενικότητα και την αυτοπεποίθηση των γενικών ιατρών κατά τη διενέργεια αυτών των αξιολογήσεων.

Σύμφωνα με την καθηγήτρια Pond, η γήρανση του πληθυσμού και οι μεγάλες λίστες αναμονής για ειδικούς ιατρούς εκτός της Γενικής Ιατρικής σημαίνουν ότι οι αξιολογήσεις αυτές καταλήγουν όλο και περισσότερο στους «ώμους» των GPs.

«Σε οριακές περιπτώσεις, ένας Γενικός Ιατρός θα ήθελε να παραπέμψει τον ασθενή σε γηρίατρο για αξιολόγηση, όμως σήμερα οι λίστες αναμονής είναι εξαιρετικά μεγάλες – περίπου έξι μήνες ακόμη και σε περιοχές με σχετικά καλή κάλυψη και έως δώδεκα μήνες σε περιοχές με σοβαρή έλλειψη γιατρών», είπε.

«Αυτό αυξάνει ακόμη περισσότερο την πίεση προς τους Γενικούς Ιατρούς να λάβουν απόφαση, γιατί δεν μπορείτε να περιμένετε τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα προτού επιτρέψετε σε κάποιον να συνεχίσει να οδηγεί ή του αφαιρέσετε τη δυνατότητα να οδηγεί. Χρειαζόμαστε πραγματικά ένα διαφορετικό σύστημα, το οποίο να μην κοστίζει μια περιουσία».

Τα νέα Fitness to Drive Standards αναμένεται να δημοσιευθούν το 2028, με τη σημερινή αναθεώρηση να αποσκοπεί στη διασφάλιση ότι αντανακλούν τα σύγχρονα κλινικά και επιστημονικά δεδομένα για την οδική ασφάλεια, καθώς και τη σύγχρονη ιατρική πρακτική, λαμβάνοντας υπόψη και τα «αναδυόμενα ιατρικά, κοινωνικά και κανονιστικά ζητήματα».

The post Η οδήγηση σε μεγαλύτερη ηλικία στο επίκεντρο της αναθεώρησης των εθνικών προτύπων appeared first on ΝΕΟΣ ΚΟΣΜΟΣ.