Ο Δημήτριος Σβίγγος, ο Τάκης όπως τον γνώρισαν στα γήπεδα της Ελλάδας και της Αυστραλίας, γεννήθηκε στα Μέγαρα το 1945.
Ήταν το πρώτο από τα πέντε παιδιά του Γεωργίου και της Σοφίας Σβίγγου, μεγαλώνοντας σε ένα μικρό σπίτι με μόλις δύο δωμάτια.
Ο πατέρας του, πρόσφυγας από τη Μικρά Ασία, εργαζόταν στις μεταφορές, σε μια περιοχή όπου τα κοτέτσια, τα αβγά και τα σφαγεία αποτελούσαν βασικό κομμάτι της τοπικής οικονομίας.
«Σαν παιδιά περάσαμε δύσκολα χρόνια, αλλά μπορώ να πω ότι δεν πεινάσαμε», θυμάται.
Η μητέρα του είχε αναλάβει την ανατροφή των πέντε παιδιών, φροντίζοντας παράλληλα το σπίτι.
«Η μάνα όλα τα κατορθώνει όταν θέλει», λέει ο Τάκης.
Ως μεγαλύτερος αδελφός, έμαθε από μικρός τι σημαίνει ευθύνη. Πρόσεχε τα μικρότερα αδέλφια του, βοηθούσε τον πατέρα του στις μεταφορές και, ακόμη παιδί, δούλευε τα βράδια στα σφαγεία, ώστε να συνεισφέρει στο οικογενειακό εισόδημα.
Κι όμως, μέσα σε αυτή τη δύσκολη καθημερινότητα υπήρχε πάντα χώρος για το ποδόσφαιρο.

Στη γειτονιά του, το παιχνίδι παιζόταν στους δρόμους, με αυτοσχέδιες μπάλες φτιαγμένες από τα ίδια τα παιδιά. Τα Μέγαρα, όπως λέει ο ίδιος, ήταν πραγματική «ποδοσφαιρομάνα».
Έτσι άρχισε να ξεχωρίζει, πρώτα στις αλάνες και στη συνέχεια στον ιστορικό Βύζαντα Μεγάρων, όπου εντάχθηκε σε ηλικία 15 ετών, αρχικά στην αναπληρωματική ομάδα και λίγο αργότερα στη βασική ενδεκάδα.
Μόλις τρία χρόνια αργότερα, όμως, δίπλα στους ποδοσφαιρικούς αγώνες άρχισε ένας πολύ πιο δύσκολος αγώνας. Το 1963 ο πατέρας του προσβλήθηκε από καρκίνο και έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 63 ετών. Ο Δημήτρης ήταν μόλις 17 χρονών.

Από εκείνη τη στιγμή, το ποδόσφαιρο απέκτησε για τον νεαρό Τάκη μια εντελώς διαφορετική σημασία.
«Το ποδόσφαιρο ήταν ο τρόπος να μπορέσω να ζήσω την οικογένειά μου», υπογραμμίζει.
Με τη δική του συμβολή, ο Βύζας Μεγάρων ανέβηκε στην Α’ Εθνική τη σεζόν 1965-1966. Το επόμενο μεγάλο βήμα της ζωής του, όμως, δεν θα γινόταν στην Ελλάδα.
Στα τέλη της δεκαετίας του 1960, ο φίλος και συναθλητής του Σταμάτης Βουρδαμής έγινε ο πρώτος κρίκος μιας αλυσίδας που, μέσω της Γενικής Γραμματείας Αθλητισμού, οδήγησε τον Τάκη Σβίγγο στην Αυστραλία και στη μεταγραφή του στον Μέγα Αλέξανδρο Μελβούρνης.
«Πέμπτη με ειδοποίησαν και το Σάββατο έφυγα.»
Η απόφαση πάρθηκε τόσο ξαφνικά, ώστε δεν βρήκε το κουράγιο να το πει ούτε στη μητέρα του. Της είπε μόνο πως θα πήγαινε στην Αθήνα, στα αδέλφια της.

Ο κύβος είχε ριφθεί.
Στις 23 Αυγούστου 1968, ο Δημήτρης Σβίγγος επιβιβάστηκε στο αεροπλάνο με προορισμό τη μακρινή Αυστραλία.
«Με τα 20 δολάρια που τότε δικαιούσουν να πάρεις από την Ελλάδα, με αυτά ήρθα στην Αυστραλία για να παίξω στον Αλέξανδρο.»
Η άφιξη στη Μελβούρνη απείχε πολύ από την εικόνα μιας οργανωμένης μεταγραφής. Στο αεροδρόμιο δεν τον περίμενε κανείς, ενώ στη διαδρομή χάθηκε και η βαλίτσα του.
Βρίσκοντας τελικά τον δρόμο του, γνώρισε τους νέους συμπαίκτες του και τον προπονητή του Μεγάλου Αλεξάνδρου, Χρήστο Γεωργούση. Όλα του φαίνονταν ξένα. Όλα, εκτός από το ποδόσφαιρο.
Η πρώτη του σεζόν άρχισε ιδανικά. Αλησμόνητο του έχει μείνει το παιχνίδι απέναντι στην Keilor Austria, όταν εκτέλεσε ένα δύσκολο φάουλ.
«Πήρα φόρα, σουτάρω και η μπάλα πήγε κατευθείαν στο “γάμα”.»
Ήταν το πρώτο γκολ του Αλεξάνδρου στη νέα σεζόν, σε μια νίκη με 2-1, που αποτέλεσε την αρχή της πορείας προς την άνοδο.
Η χαρά, όμως, δεν κράτησε πολύ. Στα τελευταία παιχνίδια της χρονιάς τραυματίστηκε σοβαρά στο γόνατο και έμεινε εκτός δράσης για έναν ολόκληρο χρόνο.
Ο τραυματισμός τον κράτησε μακριά από τους αγωνιστικούς χώρους, όχι όμως και από το ποδόσφαιρο. Το 1971 μετακινήθηκε στην Αθηνά Brunswick, όπου ο πρόεδρος Νίκος Αλάμαρας του ανέθεσε διπλό ρόλο, ως ποδοσφαιριστή και προπονητή.

Την ίδια περίοδο, καθώς η βίζα του πλησίαζε στη λήξη της, βρέθηκε μπροστά σε ένα δίλημμα που δεν είχε σχέση με συμβόλαιο, αλλά με τη ζωή του.
«Αν θέλεις να μείνεις στην Αυστραλία, πρέπει να παντρευτείς. Διαφορετικά θα επιστρέψεις στην Ελλάδα.»
Ο Τάκης δεν επέστρεψε. Γιατί τότε γνώρισε τη Μαρίνα.
Από την πρώτη στιγμή τής μίλησε με απόλυτη ειλικρίνεια.
«Με το ποδόσφαιρο θα λείπω πολλές ώρες. Αν θέλεις να κάνουμε οικογένεια, πρέπει να το σκεφτείς καλά πριν πεις το “ναι”.»
Η Μαρίνα είπε το «ναι».
«Για μένα ήταν το λαχείο που περίμενα», παραδέχεται.
Το ζευγάρι παντρεύτηκε στον ναό της Αγίας Ειρήνης, στο Carlton της Μελβούρνης, το 1970.
Η χαρά εκείνης της ημέρας, ωστόσο, συνοδευόταν από μια μεγάλη απουσία. Από την πλευρά του γαμπρού δεν υπήρχε κανείς.
«Να είσαι μόνος σου, χωρίς συγγενείς και αδέλφια, δεν ήταν το καλύτερο που μπορούσα να ζήσω», εκμυστηρεύεται συγκινημένος.
Με τη Μαρίνα στο πλευρό του δημιούργησαν τη δική τους οικογένεια και μέσα στα επόμενα δύο χρόνια απέκτησαν τη Σοφία και τον Γιώργο.
Την ίδια περίοδο εργαζόταν στο εργοστάσιο της Arnott’s στο Port Melbourne, χωρίς ποτέ να εγκαταλείψει το ποδόσφαιρο.
Το 1973 ανέλαβε τη Νέα Ελλάς (Port Melbourne Sharks), όπου ουσιαστικά άρχισε να χτίζει τη σπουδαία προπονητική του πορεία.
«Όταν μου δόθηκε η ευκαιρία ως παίκτης και προπονητής, απέδειξα ότι μπορούσα να κάνω τη δουλειά.»

Τα αποτελέσματα δεν άργησαν να φανούν. Η Νέα Ελλάς κατέκτησε το πρωτάθλημα από την πρώτη χρονιά, ανέβηκε κατηγορία τη δεύτερη, ενώ το 1974 ο ίδιος αναδείχθηκε κορυφαίος ποδοσφαιριστής της κατηγορίας.
Το 1978 ένα τηλεφώνημα τον έφερε προσωρινά πίσω στην Ελλάδα. Πήρε μαζί του τα δύο μικρά παιδιά του για να βρεθεί κοντά στην άρρωστη μητέρα του.
«Η μάνα μου, όταν με είδε, ξαναγεννήθηκε», θυμάται.
Η χαρά της επανένωσης κράτησε λίγο. Η ασθένεια επέστρεψε και λίγους μήνες αργότερα η μητέρα του έφυγε από τη ζωή.
Επιστρέφοντας στην Αυστραλία, αφοσιώθηκε ξανά στις δύο μεγάλες αγάπες της ζωής του: την οικογένεια και το ποδόσφαιρο.
Το 1980 ανέλαβε τη Δόξα Yarraville, μια ομάδα που αναζητούσε για χρόνια τη μεγάλη της διάκριση.
Η δικαίωση ήρθε γρήγορα. Η Δόξα κατέκτησε αήττητη το πρωτάθλημα και το κύπελλο, ενώ την επόμενη χρονιά εξασφάλισε την άνοδό της. Η επιτυχία ξεπέρασε τα όρια του γηπέδου. Ο δήμαρχος του Footscray διοργάνωσε ελληνική βραδιά προς τιμήν της ομάδας και απένειμε στον Τάκη το κλειδί της πόλης.

Το 1982 συνέχισε στο Caulfield City, ανοίγοντας ένα ακόμη σημαντικό κεφάλαιο της καριέρας του. Το 1990 επέστρεψε στη Νέα Ελλάς, όπου γνώρισε μία από τις πιο δημιουργικές περιόδους της προπονητικής του πορείας, ενώ το 1994 αναδείχθηκε Προπονητής της Χρονιάς στη Βικτώρια.
Η φήμη του είχε πλέον εδραιωθεί. Άλλοι τον αποκαλούσαν «θαυματοποιό», άλλοι «μάγο», ενώ ο Χοσέ Μοντές του SBS τον χαρακτήρισε «αρχιτέκτονα του ποδοσφαίρου».
Δίπλα του, σε όλη αυτή τη διαδρομή, βρισκόταν πάντα η Μαρίνα. Δεν στάθηκε απλώς συνοδοιπόρος στη ζωή του, αλλά έγινε κομμάτι της ποδοσφαιρικής του καθημερινότητας.
«Της άρεσε τόσο πολύ να είναι μαζί μου, να πηγαίνουμε στο γήπεδο σαν οικογένεια, που τα παιδιά μεγάλωσαν μέσα στα γήπεδα.»
Έτσι, το ποδόσφαιρο έγινε υπόθεση ολόκληρης της οικογένειας. Η Σοφία και ο Γιώργος μεγάλωσαν ακολουθώντας τον πατέρα τους στις προπονήσεις και στους αγώνες, ενώ ο Γιώργος συνέχισε την οικογενειακή παράδοση, αγωνιζόμενος αργότερα στη Νέα Ελλάς.
Το 2005, ύστερα από δεκαετίες προσφοράς στα γήπεδα της Βικτώριας, ο Τάκης αποσύρθηκε από την ενεργό δράση, ολοκληρώνοντας την πορεία του ως τεχνικός διευθυντής της Port Melbourne.
Για τον Τάκη Σβίγγο, η Ελλάδα και η Αυστραλία δεν υπήρξαν ποτέ δύο αντίπαλοι κόσμοι. Η Ελλάδα ήταν η πατρίδα που τον διαμόρφωσε. Η Αυστραλία ήταν η χώρα όπου πραγματοποίησε τα όνειρά του, δημιούργησε οικογένεια και δικαιώθηκαν οι κόποι μιας ζωής.
Τίποτα δεν του χαρίστηκε. Από τις αλάνες των Μεγάρων μέχρι τα γήπεδα της Μελβούρνης, η πορεία του ήταν ένας αδιάκοπος αγώνας. Ο χαλκέντερος Έλληνας απέδειξε ότι η επιτυχία δεν μετριέται μόνο με γκολ, τρόπαια και πρωταθλήματα. Μετριέται από τους ανθρώπους που στάθηκαν δίπλα σου, από τις ομάδες που σε εμπιστεύτηκαν και από την παροικία που σε κρατά για πάντα στη δική της ενδεκάδα.






The post Τάκης Σβίγγος: Το ποδόσφαιρο ήταν η ζωή μου, η οικογένειά μου η δύναμή μου appeared first on ΝΕΟΣ ΚΟΣΜΟΣ.