Η ερήμωση της ελληνικής υπαίθρου

Αυτό το μικρό μου πόνημα, είναι το αποτέλεσμα της απογοήτευσής μου .

Απογοήτευσης, που θέλω να πιστεύω

πως την νιώθουν και πολλοί άλλοι Έλληνες και Ελληνίδες.

Στη σημερινή εποχή, υπάρχουν δύο Ελλάδες .

Η μία είναι αυτή που διαφημίζεται στους τουριστικούς οδηγούς και η άλλη Ελλάδα που

δεν διαφημίζεται και δεν παρουσιάζεται ως καλοκαιρινή καρποστάλ.

Αυτή η άλλη Ελλάδα, είναι η ξεχασμένη Ελλάδα

των χωριών που ερήμωσαν και εγκαταλείφθηκαν σιγά – σιγά.

Είναι των τόπων όπου οι άνθρωποι έφυγαν κάποτε με την ελπίδα μιας καλύτερης ζωής και που σπάνια επέστρεψαν.

Είναι η Ελλάδα που για αιώνες κράτησε ζωντανή την ύπαιθρο, αλλά σήμερα, σωπαίνει ανάμεσα σε δάση καψαλισμένα, κοιλάδες και

βραχώδεις πλαγιές. Εκεί που η ανθρώπινη φωνή, ακούγεται όλο και πιο σπάνια…

Εδώ και τέσσερα χρόνια αφ´ότου επέστρεψα στην Ελλάδα, μπορώ να πω με πολλή βεβαιότητα και να υποστηρίξω όλα αυτά που είδα και στα όσα άκουσα στα διάφορα ταξίδια μου, στους Νομούς Μεσσηνίας, Ηλείας, Λακωνίας, Αρκαδίας, Κορινθίας, μια και αυτές τις περιοχές επισκέφτηκα αρκετές φορές.

Οι πιο πάνω Νομοί που ανάφερα και γενικά όλη η Πελοπόννησος, αυτή η βαθιά ιστορική χερσόνησος της Νότιας Ελλάδας, κρύβει πίσω από τα γνωστά τοπία, τους ελαιώνες, τους αμπελώνες, τα άλλοτε όμορφα χωριά της, τους μικρούς οικισμούς της, μια τρανή εγκατάλειψη.

Ίσως οι πιο πολλοί να έχουν ξεχάσει πως κάποτε αυτά τα χωριά υπήρξαν και έσφιζαν από ανθρώπινες φωνές…

Χωριά που γνώρισαν παντρειές, βαφτίσια, αλλά και πολέμους, σεισμούς, φτώχεια, φυγές, ξεριζωμούς και το μεγάλο μεταπολεμικό κύμα εξωτερικής και εσωτερικής μετανάστευσης, που ερήμωσε όλη σχεδόν την ορεινή Ελλάδα μέσα σε λίγες δεκαετίες.

 

Σήμερα, όλα αυτά τα χωριά, και οι οικισμοί, είναι εγκαταλελειμένα και μοιάζουν να είναι έξω από το χρόνο.

Χωριά όπως το Λεβίδι, το άλλοτε κοσμοπολίτικο χωριό της Αρκαδίας, χτισμένο στις πλαγιές του όρους Μενάλου, με πέτρινα σπίτια, στενά δρομάκια και πλακόστρωτες πέτρινες αυλές, που κουβαλούν τις μνήμες πολλών γενεών και έχουν ιστορίες που χάνονται στα βάθη του χρόνου….

Κάποτε, όλα αυτά τα χωριά ήτανε ζωντανοί τόποι, με μαγαζιά, μπακάλικα, καφενεία, σχολεία και με έντονη κοινωνική ζωή.

Όλοι οι άνθρωποι γνωρίζονταν μεταξύ τους και καθημερινά ακούγονταν φωνές, πειράγματα και παιδικά γέλια….

Όλα αυτά, άρχισαν να αλλάζουν στη δεκαετία του 1950-1960.

Νέα παιδιά, αγόρια και κορίτσια, έφευγαν για τις μεγάλες πόλεις, ειδικά για Αθήνα και πολλά άλλα, έβαζαν τα μπαλωμένα όνειρά τους μέσα σε μια ξεφτισμένη βαλίτσα και με βαριά καρδιά και πόνο, έμπαιναν σε καράβια και τρένα και τράβαγαν σε άγνωστες πρωτόγνωρες πατρίδες,

ζητώντας να απλώσουν τα ταπεινά όνειρά τους σε ένα μικρό κλαδάκι, μια και η δική μας πατρίδα – από εκείνα τα χρόνια – καλή ώρα σαν και σήμερα, δεν είχε άξιους πολιτικούς, να κρατήσει τα παιδιά της στην αγκαλιά της.

Τα χωριά, δεν ερήμωσαν απότομα.

Άδειασαν σιγά σιγά. Οι ηλικιωμένοι, έμειναν όσο μπορούσαν, αλλά τελικά κι αυτοί ακολουθούσαν τα παιδιά τους, αφήνοντας πίσω τους, σπίτια και χωράφια, γιατί δεν μπορούσαν πλέον να τα συντηρήσουν μόνοι τους…

Σήμερα, ορισμένα από αυτά τα χωριά, μόνο για δύο τρεις εβδομάδες και μόνο τους καλοκαιρινούς μήνες, Χριστούγεννα και τις Λαμπρές, ακούγονται περπατησιές και κουβέντες σαν :

«Γεια σου Παναγή…Κωσταντή τι κάνεις…

Κατερίνα πώς είναι ο Θοδωρής…;»

Χωριά όπως η Βαρδούνια της Λακωνίας, που η ιστορίας της χάνεται στο χρόνο, σήμερα ερήμωσε σχεδόν.

Οι λιγοστοί κάτοικοι, λένε πως τα βράδια, οι πέτρινοι πύργοι, σαν να κινούνται και ρίχνουν τις σκιές τους, στα φεγγαρόφωτα βράδια, πάνω στους βράχους…

Ο Μυστράς, χτισμένος, σε ένα βραχώδες ύψωμα, με τις ιδέες του Γεμιστού Πλύθωνα, οι κάτοικοι έφυγαν, αφήνοντας τον να συλλογιέται τα περασμένα μεγαλεία…

Η Δρούβα, δίπλα στην αρχαία Ολυμπία, οι κάτοικοι, έφυγαν γιατί η περιοχή άλλαξε στα μάτια του κράτους, λόγω αρχαιοτήτων…

Η Λυκοσούρα, που σύμφωνα με τον Παυσανία, θεωρούνταν μια από τις αρχαιότερες πόλεις της Ελλάδας και ίσως και του κόσμου, εκεί στις πλαγιές του Λυκαίου όρους, μακριά από μεγάλους δρόμους, εκεί μέσα στη σιωπή, ανάμεσα σε βουνά και καταράχια, που βρίσκοταν το περίφημο ιερό της Δήμητρας και Περσεφόνης και που υπήρξε σημαντικός τόπος λατρείας και που προσέλκυε πιστούς από διάφορες περιοχές της αρχαίας Ελλάδας, σχεδόν έρημη.

Αυτός ο τόπος, λες και δεν ανήκει ολοκληρωτικά ούτε στο παρελθόν, ούτε στο παρόν. Λες και κρατάει τα μυστικά του, βαθιά στο χώμα…

Σχεδόν έρημο και το Καστρί της Μάνης, εκεί στο Νοτιότερο άκρο της Πελοποννήσου, που οι άνθρωποί του ήταν σαν την πέτρα. Εκεί στα πέτρινα σπίτια και στους πύργους που έζησαν μέσα τους, γδικιωμούς και έχθρες…

Και να αναφερθώ και για τα οικεία -προς εμένα,

χωριά της περιοχής, που σε αλλοτινές εποχές, ήταν τα στολίδια του Νομού μας…

Με πιο να αρχίσω;

Η Αυλώνα, τα Πλατάνια, το όμορφο Σιδηρόκαστρο, Αγαλιανή, Βανάδα, Ελαία,

Καλό νερό, Μουριατάδα, Σελάς, Λεντεκάδα, Ραφτόπουλου κλπ.,

Και να τελειώσω με το δικό μου χωριό, τις Καρυές Μεσσηνίας, που η Νεραιδοχαιδεμένη

Νέδα, του πλένει τα πόδια, εδώ και αιώνες.

Το χωριό που είναι «διαφορετικό» από τα άλλα κοντινά χωριά με τα κρύα νερά, τα όμορφα κορίτσια του και τους άνδρες που ήταν οξύθυμοι, απότομοι, περήφανοι και παρορμητικοί, αλλά ταυτόχρονα διέθεταν μια αυστηρή λεβεντιά και ασυμβίβαστη προσωπικότητα…- οι κοντοχωριανοί το λένε αυτό – και που λίγο πολύ το αποδέχομαι κι εγώ…

Το χωριό που κάποτε είχε 340 νοματαίους, με πέντε μπακαλοκαφενεία, 80 μαθητές στο

σκολειό… τώρα, έχουν απομείνει 24 ψυχές, που αν κάνεις πρόσθεση τα χρόνια τους, ο αριθμός θα ξεπεράσει τι δύο χιλιάδες….

Σε όλα σχεδόν τα χωριά, βλέπεις σπίτια με φθαρμένες σκεπές που στάζουν με τις βροχές, πόρτες που είναι σφαλιστές και παράθυρα αραχνιασμένα, με τις αυλές γεμάτες αγριόχορτα.

Εκεί που κάποτε υπήρχαν κήποι, κληματαριές, πορτοκαλιές και ασπρισμένοι τενεκέδες με βασιλικούς, μαντζουράνες και κατακόκκινα γεράνια…

Όλα αυτά τα χωριά άλλαξαν με το φευγιό των κατοίκων τους, για μια καλύτερη ζωή, κι ας ήτανε να πάνε στην άλλη άκρη της γης…

μέχρι τον «κώλο» της γης – όπως έλεγε ο παππούλης μου ο Ντίνης, την Αυστραλία…

The post Η ερήμωση της ελληνικής υπαίθρου appeared first on ΝΕΟΣ ΚΟΣΜΟΣ.