ΥΠΑΡΧΟΥΝ αριθμοί που σε κάνουν να χαμογελάς, αριθμοί που σε κάνουν να ανησυχείς και αριθμοί που σε κάνουν να κοιτάς γύρω σου μήπως κάποιος κάνει πλάκα.
Ο αριθμός 198, για παράδειγμα.
Τόσοι ήταν, σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσίασε ο «Νέος Κόσμος», οι ομογενείς της Αυστραλίας που είχαν εγγραφεί μέχρι την Τρίτη στους ειδικούς εκλογικούς καταλόγους για να ψηφίσουν με επιστολική ψήφο στις επόμενες ελληνικές εκλογές.
Μόλις 198!
Και επειδή είμαστε Έλληνες και έχουμε μια ιδιαίτερη σχέση με τους αριθμούς, ας το δούμε διαφορετικά.
198 άνθρωποι είναι περίπου ένα γεμάτο ελληνικό τραπέζι σε γάμο.
Ή δύο βαφτίσια, αν οι κουμπάροι έχουν κάνει καλή δουλειά.
Ή μια γενική συνέλευση συλλόγου, αρκεί να μοιράζεται στο τέλος σουβλάκι.
Κι όμως, μιλάμε για ολόκληρη την ελληνική παροικία της Αυστραλίας!
Ο Σωτήρης Χατζημανωλής, στο άρθρο του «Ώρα να ακουστεί η φωνή των Ελλήνων της Αυστραλίας και στην Ελλάδα», το οποίο δημοσιεύθηκε στον «Νέο Κόσμο», έβαλε το δάχτυλο ακριβώς εκεί που πονάει.
Και τώρα αρχίζουν τα δύσκολα.
Γιατί ο Έλληνας της Αυστραλίας μπορεί να ταξιδέψει 17.000 χιλιόμετρα για να πάει στην Ελλάδα, μπορεί να κάνει δώδεκα ώρες πτήση, να αλλάξει αεροπλάνο, να χάσει βαλίτσα, να πληρώσει ξενοδοχείο, να φάει τρεις χωριάτικες σε μία ημέρα και να επιστρέψει με δύο κιλά φέτα στη βαλίτσα.
Αλλά όταν του λένε:
«Μπορείς να ψηφίσεις από το σπίτι σου με επιστολική ψήφο»,
η απάντηση φαίνεται να είναι:
«Ναι, αλλά… θα το δω».
Το «θα το δω» είναι άλλωστε η μεγαλύτερη πολιτική παράδοση του ελληνισμού.
Θα το δω.
Θα το κάνω.
Θα γραφτώ.
Θα πάρω τηλέφωνο.
Θα πάω αύριο.
Και κάπως έτσι περνούν οι εκλογές, οι κυβερνήσεις, οι δεκαετίες και εμείς ακόμη ψάχνουμε πού βάλαμε το Taxisnet.
Το πιο ενδιαφέρον, βέβαια, είναι η σύγκριση που παραθέτει ο Χατζημανώλης: στις τελευταίες προεδρικές εκλογές της Τουρκίας ψήφισαν πάνω από 19.000 Τούρκοι της Αυστραλίας.
Δεκαεννέα χιλιάδες!
Απέναντι σε λιγότερους από διακόσιους Έλληνες.
Εδώ πλέον δεν μιλάμε για εκλογική συμμετοχή. Μιλάμε για αριθμητική που χρειάζεται… ψυχολογική υποστήριξη.
Αν συνεχίσουμε με αυτόν τον ρυθμό, στις επόμενες ελληνικές εκλογές θα ψηφίσει η ελληνική παροικία της Αυστραλίας περίπου όσο ένα διοικητικό συμβούλιο πολυκατοικίας στην Κυψέλη.
Και μάλιστα, με την προϋπόθεση ότι θα έχουν έρθει όλοι.
Φυσικά, υπάρχει και η άλλη πλευρά.
Δεν είναι όλοι οι Ελληνοαυστραλοί Έλληνες πολίτες. Πολλοί είναι δεύτερης, τρίτης ή και τέταρτης γενιάς και δεν έχουν δικαίωμα ψήφου στις ελληνικές εκλογές.
Άρα δεν μπορούμε να πάρουμε όλους τους Έλληνες της Αυστραλίας και να τους βάλουμε στο ίδιο εκλογικό σακούλι.
Όσοι όμως έχουν το δικαίωμα;
Ε, αυτοί τουλάχιστον ας μπουν στον κόπο να το σκεφτούν.
Γιατί εδώ βρίσκεται το ελληνικό παράδοξο.
Θέλουμε η Ελλάδα να μας ακούει.
Θέλουμε να ενδιαφέρεται για την ομογένεια.
Θέλουμε καλύτερες προξενικές υπηρεσίες, ελληνικά σχολεία, περισσότερη στήριξη, περισσότερη επικοινωνία, περισσότερη προσοχή.
Και όταν η Ελλάδα μάς λέει:
«Εντάξει, σας δίνω τη δυνατότητα να συμμετέχετε από την Αυστραλία»,
εμείς απαντάμε:
«Ευχαριστούμε πολύ. Θα το συζητήσουμε στην επόμενη γενική συνέλευση».
Κάπου εδώ, ίσως πρέπει να αλλάξουμε τακτική.
Όχι γιατί η ψήφος είναι υποχρέωση.
Αλλά επειδή είναι δικαίωμα.
Και τα δικαιώματα έχουν μια παράξενη ιδιότητα: αν δεν τα χρησιμοποιείς, κάποια στιγμή οι άλλοι αναρωτιούνται γιατί τα χρειάζεσαι.
Ίσως λοιπόν οι 198 να γίνουν 1.980.
Και μετά 19.800.
Και τότε θα έχουμε ένα καινούργιο πρόβλημα.
Θα πρέπει οι Έλληνες της Αυστραλίας να αποφασίσουν τι ακριβώς θέλουν να πουν.
Και αυτό, αγαπητοί μου, είναι πολύ πιο δύσκολο από το να συμπληρώσεις μια ηλεκτρονική αίτηση.
Γιατί το πραγματικό πρόβλημα δεν είναι να ακουστεί η φωνή μας.
Το πραγματικό πρόβλημα είναι να έχουμε κάτι να πούμε.
Και, κυρίως, να το πούμε πριν ξαναρχίσει η συζήτηση για το ποιος θα φέρει τα σουβλάκια στην επόμενη εκδήλωση.
Μέχρι τότε, οι 198 ας θεωρούνται οι πρωτοπόροι.
Οι πρώτοι γενναίοι.
Οι άνθρωποι που δεν είπαν «θα το δω».
Το είδαν.
Και γράφτηκαν.
Οι υπόλοιποι;
Ας ψάξουν πρώτα τους κωδικούς του Taxisnet.
Η Δημοκρατία μπορεί να περιμένει.
Το Taxisnet, όμως, όχι.
Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΡΕΣΒΕΙΑ στην Καμπέρα απάντησε στην επιστολή του Κώστα Αλαβέρα, ο οποίος διαμαρτύρεται για το γεγονός ότι η Προεδρική Φρουρά (Εύζωνες) θα επισκεφθεί την Καμπέρα και το Σίδνεϊ, αλλά όχι τη Μελβούρνη.Η απάντηση, την οποία κοινοποίησε ο κ. Αλαβέρας, αναφέρει:
«Αγαπητέ κ. Αλαβέρα, σας ευχαριστώ για την ενημέρωση. Η επίσκεψη της Προεδρικής Φρουράς στην Καμπέρα (για πρώτη φορά) και το Σίδνεϊ επιτεύχθηκε μετά από πρόσκληση και διασφάλιση της απαραίτητης χρηματοδότησης από χορηγούς στις δύο πόλεις, δεδομένου του ιδιαίτερα υψηλού κόστους της εν λόγω διοργάνωσης.
Εξ όσων γνωρίζω, από τη Μελβούρνη δεν υπήρξε ανάλογη ενέργεια.
Η Προεδρική Φρουρά κάνει τα πάντα για τη σύνδεση της Ελλάδας με την ομογένεια παγκοσμίως. Είμαι βέβαιος ότι θα ανταποκριθεί σε αιτήματα που συνοδεύονται από χορηγίες και προέρχονται από τη Μελβούρνη, πόλη με λαμπρό ελληνικό πληθυσμό. Με συγκινεί ο πατριωτισμός σας και πιστεύω ότι θα κάνετε ό,τι είναι δυνατό από την πλευρά σας, ώστε οι Έλληνες της Μελβούρνης να καλωσορίσουν την Προεδρική Φρουρά στο εγγύς μέλλον.
Ο Πρέσβης
Σταύρος Βενιζέλος
Πληρεξούσιος Υπουργός Α΄»
ΓΙΑ ΤΟ ΙΔΙΟ ΘΕΜΑ, από το Γραφείο του κ. Λοβέρδου δόθηκε η εξής απάντηση:«Ευχαριστούμε πολύ για το μήνυμά σας.
Κατόπιν διερεύνησης και επικοινωνίας με το Γενικό Προξενείο Μελβούρνης, ενημερωθήκαμε ότι στη Μελβούρνη δεν κατέστη δυνατόν να συγκεντρωθούν οι απαραίτητοι χρηματικοί πόροι από χορηγούς για την παρουσία Ευζώνων στην Εθνική Εορτή της 28ης Οκτωβρίου.
Με εκτίμηση,
Εκ του Διπλωματικού Γραφείου του Υφυπουργού Εξωτερικών κ. Λοβέρδου»
ΑΠΟ τον τακτικό αναγνώστη μου και γνωστό ομογενή Θεοδωρή Μάρκο έλαβα ένα email, συνοδευόμενο από μια φωτογραφία, που πραγματικά αξίζει να μοιραστώ μαζί σας.
Ο Θεοδωρής, όπως θα διαπιστώσετε, βρέθηκε στα Κύθηρα και, μέσα από μια απρόσμενη συνάντηση, «σκόνταψε» πάνω σε μια μικρή αλλά ενδιαφέρουσα ιστορία που συνδέει το νησί με την πολιτική ιστορία της Αυστραλίας και τον πρώην πρωθυπουργό Gough Whitlam.
Του δίνω τον λόγο:
«Γεια σου ΤΤ,
Είπαμε κι εμείς να ξεφύγουμε λιγάκι από τα αναποδογυρίσματα του μελβουνιώτικου καιρού και αποφασίσαμε να πάμε στην Ελλάδα για μερικές μέρες. Πάντα στόχος μας είναι και μια επίσκεψη σε κάποιο νησί, για να ζεσταθεί λίγο το κοκαλάκι μας – είμαστε και μιας ηλικίας… Δεν έχουμε όλοι τα νιάτα σου, ΤΤ!
Φέτος, ο προορισμός μας ήταν τα Κύθηρα, ένα νησί με άμεση ιστορική σύνδεση με την Αυστραλία. Πού όμως να φανταστώ πως θα έπεφτα πάνω σε μια ιστορία που θα με ταξίδευε πίσω στη δεκαετία του ’70!
Βρισκόμαστε στο χωριό Λιβάδι και συγκεκριμένα στην ταβέρνα «Πιέρρος», όπου πιάνουμε κουβέντα με τον φιλόξενο ιδιοκτήτη, τον Μανώλη.
Ο Μανώλης, όπως και οι περισσότεροι Τσιριγώτες, όλο και κάποιον γνωστό ή συγγενή έχουν στα «δικά μας» μέρη, ιδιαίτερα στη Βρισβάνη και στο Σίδνεϊ, όπου κατοικεί η πλειοψηφία της πατριάς τους.
«Θοδωρή, έλα μαζί μου», μου λέει χαμογελώντας, αφού μου περιέγραψε την ιστορία του μαγαζιού του, το οποίο βρίσκεται εκεί από το 1922, στην ίδια ακριβώς τοποθεσία όπου το έχτισε ο παππούς του.
Προχωράμε, λοιπόν, στο βάθος του μαγαζιού και μου δείχνει μια φωτογραφία του Gough Whitlam, ο οποίος τρώει μαζί με άλλους ομοτράπεζούς του. Η φωτογραφία είναι κρεμασμένη ακριβώς πάνω από το τραπέζι του εστιατορίου στο οποίο είχε καθίσει στα μέσα της δεκαετίας του ’70.
Ναι, ο Gough και η γυναίκα του, Margaret, είχαν επισκεφθεί τα Κύθηρα, μάλλον μετά το τέλος της πρωθυπουργικής του θητείας, το 1975, και φιλοξενήθηκαν στο μαγαζί του Μανώλη.
Από όσα μου είπε ο Μανώλης, ο Gough διατηρούσε στενή φιλία και συνεργαζόταν με πολλούς Τσιριγώτες του Σίδνεϊ, οι οποίοι ήταν τότε και παράγοντες του Εργατικού Κόμματος. Ανάμεσά τους ήταν και ο Αντώνης Φαρδούλης, ο οποίος μάλλον διοργάνωσε την επίσκεψη.
Όπως μου είπε, μάλιστα, ο Μανώλης, στο ίδιο τραπέζι, δεκαετίες αργότερα, είχαν καθίσει και κάποιοι βουλευτές του Εργατικού Κόμματος, οι οποίοι επίσης επισκέφθηκαν τα Κύθηρα και γνώριζαν για την επίσκεψη του Gough στο εστιατόριο!
Και ο Μανώλης ολοκληρώνει την κουβέντα μαζί μας λέγοντας:
“God save the Queen, because nothing will save the Governor-General!”
Ο Μανώλης, από το εστιατόριο «Πιέρρος» στο Λιβάδι των Κυθήρων, ήταν μελετητής της αυστραλιανής ιστορίας και γνώστης της ανατροπής του Gough!
Σου προτείνω, λοιπόν, ΤΤ, αλλά και σε όποιον ή όποια σκέφτεται να επισκεφθεί τα Κύθηρα, να περάσει από τον «Πιέρρο», να δει τη φωτογραφία του Gough και, βέβαια, να δοκιμάσει το πεντανόστιμο φαγητό του Μανώλη».
Μια απρόσμενη ιστορία, λοιπόν, από τα Κύθηρα, που αποδεικνύει για ακόμη μία φορά πως οι δεσμοί της ελληνικής ομογένειας με την Αυστραλία έχουν πολλές και συχνά άγνωστες ιστορίες να διηγηθούν.
Και, όπως φαίνεται, κάποιες από αυτές μπορεί να βρίσκονται κρεμασμένες στον τοίχο μιας ταβέρνας, πάνω ακριβώς από ένα τραπέζι όπου, πριν από μισό περίπου αιώνα, κάθισε ένας από τους πιο σημαντικούς πολιτικούς της σύγχρονης αυστραλιανής ιστορίας.
Τ.Τ.
The post Οι Έλληνες της Αυστραλίας πρέπει να αποφασίσουν τι ακριβώς θέλουν appeared first on ΝΕΟΣ ΚΟΣΜΟΣ.