
Το πρόγραμμα «Παρέα με Ουρά» ανοίγει τον δρόμο για την επέκταση της παρουσίας σκύλων θεραπείας στο ΕΣΥ – Η πρωτοβουλία που ξεκίνησε στον Πειραιά, η επιστημονική τεκμηρίωση και το επόμενο θεσμικό βήμα.
Το «Παρέα με Ουρά», το πρόγραμμα που έφερε οργανωμένα τους σκύλους θεραπείας δίπλα σε ογκολογικούς ασθενείς του Νοσοκομείου «Μεταξά», ετοιμάζεται να περάσει το κατώφλι περισσότερων δημόσιων νοσοκομείων.
Η προαναγγελθείσα διαμόρφωση νομοθετικού πλαισίου για την επέκταση του θεσμού σε παιδιατρικά και ογκολογικά νοσοκομεία του ΕΣΥ ανοίγει μια νέα συζήτηση για το τι σημαίνει ολοκληρωμένη νοσοκομειακή φροντίδα, αλλά και για το πώς η παρουσία ενός ζώου μπορεί να ενταχθεί με κανόνες σε χώρους όπου η ασφάλεια είναι αδιαπραγμάτευτη.
Η εξέλιξη έγινε γνωστή έπειτα από συνάντηση του υπουργού Υγείας Άδωνι Γεωργιάδη με τον διοικητή του «Μεταξά» Σαράντο Ευσταθόπουλο και τον Ντύλαν. Προς το παρόν πρόκειται για νομοθετική προετοιμασία, όχι για ήδη θεσπισμένη καθολική εφαρμογή. Η σημασία της, ωστόσο, βρίσκεται ακριβώς στη δυνατότητα να μετατραπεί μια πρωτοβουλία ενός νοσοκομείου σε θεσμικά κατοχυρωμένη πρακτική, με συγκεκριμένα κριτήρια για τους ασθενείς, τους χειριστές και τα ζώα.
Η αρχή έγινε στον Πειραιά
Η αφετηρία βρίσκεται στον Πειραιά. Τον Απρίλιο του 2025 το «Μεταξά» ξεκίνησε το «Παρέα με Ουρά» σε συνεργασία με την ομάδα Dog Therapy και τη συνδρομή της WinCancer. Ο Βαγγέλης, ένας από τους σκύλους που επισκέπτονται τους ασθενείς, έδειξε ότι ακόμη και μέσα στη σκληρή καθημερινότητα της χημειοθεραπείας μπορεί να υπάρξει χώρος για μια διαφορετική επαφή. Τον Μάιο του 2026 ακολούθησε ο Ντύλαν, με σταθερή παρουσία στη Μονάδα Ημερήσιας Νοσηλείας και κηδεμόνα τον ίδιο τον διοικητή του νοσοκομείου.
Τα «ΝΕΑ» είχαν αναδείξει από τις 30 Μαΐου, στο ρεπορτάζ «Μια θεραπεία που δεν… γράφεται», την ουσία αυτής της προσπάθειας μέσα από τις μαρτυρίες του ογκολόγου Αλέξανδρου Αρδαβάνη, της ειδικής παιδαγωγού και χειρίστριας σκύλων θεραπείας Κωνσταντίνας Θανάσουλα και της ψυχολόγου Νεφέλης Φασουλή. Η διαπίστωση ήταν κοινή: ο σκύλος δεν υποκαθιστά καμία ιατρική πράξη, μπορεί όμως να λειτουργήσει συμπληρωματικά, περιορίζοντας τη συναισθηματική επιβάρυνση και προσφέροντας στον ασθενή μια στιγμή κανονικότητας.
Από τους σκύλους θεραπείας στα ζώα των ίδιων των ασθενών
Η ίδια συζήτηση απέκτησε μια ακόμη διάσταση στο ρεπορτάζ των «ΝΕΩΝ» της 18ης Ιουλίου, «Από το “διώξε τον σκύλο” στη χημειοθεραπεία μαζί του». Το «Μεταξά» σχεδιάζει ειδικούς μονόκλινους χώρους, στους οποίους ορισμένοι ασθενείς θα μπορούν, υπό αυστηρές ιατρικές και κτηνιατρικές προϋποθέσεις, να έχουν δίπλα τους τον δικό τους σκύλο κατά τη θεραπεία. Πρόκειται για διακριτή πρωτοβουλία από τις επισκέψεις εκπαιδευμένων ομάδων σκύλων θεραπείας, που αναδεικνύει όμως την ίδια αλλαγή αντίληψης: η σχέση με ένα ζώο δεν είναι κάτι που πρέπει εκ προοιμίου να αποκλείεται από τη φροντίδα.
Στη συνομιλία του με τα «ΝΕΑ», ο Σαράντος Ευσταθόπουλος είχε συνοψίσει το αποτέλεσμα με μια φράση: «Δεν αλλάξαμε μόνο έναν χώρο, αλλάξαμε την εμπειρία της θεραπείας». Ο άνθρωπος που πρωτοστάτησε στην εφαρμογή του προγράμματος περιέγραφε ασθενείς που, έστω για λίγο, άφηναν πίσω τον φόβο και την αγωνία. Είναι μια παρατήρηση που δεν αρκεί μόνη της για να αποδείξει κλινικό όφελος, εξηγεί όμως γιατί το εγχείρημα βρήκε ανταπόκριση.
Το επόμενο βήμα και οι αναγκαίες δικλίδες ασφαλείας
Η επέκταση, ιδίως σε παιδιατρικά και ογκολογικά νοσοκομεία, προϋποθέτει περισσότερα από καλή πρόθεση. Χρειάζονται κατάλληλα εκπαιδευμένοι σκύλοι και χειριστές, κτηνιατρική παρακολούθηση, αξιολόγηση κινδύνου ανά ασθενή, πρόληψη λοιμώξεων, συναίνεση και σεβασμός στην ευζωία των ζώων. Χρειάζεται επίσης σαφής διάκριση ανάμεσα στη θεραπευτικά υποστηρικτική παρέμβαση και στην ιατρική θεραπεία.
Αν αυτή η μετάβαση οργανωθεί σωστά, το «Παρέα με Ουρά» δεν θα είναι μόνο η ιστορία του Βαγγέλη και του Ντύλαν. Θα είναι η ιστορία ενός δημόσιου συστήματος υγείας που αναγνωρίζει ότι ο άνθρωπος που θεραπεύεται δεν παύει, μέσα στον θάλαμο, να έχει ανάγκη από επαφή, ασφάλεια και μια μικρή ανάσα από την ασθένεια.