ΕΔΩ και καιρό παρακολουθούμε ένα μάλλον παράδοξο φαινόμενο στην Αυστραλία: τη Συμφωνία των Πρεσπών να υπάρχει μεν στα χαρτιά, αλλά να απουσιάζει όλο και περισσότερο από την… πολιτική πραγματικότητα.
Τα σωματεία και οι οργανώσεις που εκπροσωπούν τους καταγόμενους από τη Βόρεια Μακεδονία εξακολουθούν, όπως είναι δικαίωμά τους, να αυτοπροσδιορίζονται ως «Μακεδονικές», να αποκαλούν τα μέλη τους «Μακεδόνες» και, σε αρκετές περιπτώσεις, να χρησιμοποιούν σύμβολα, σημαίες και χάρτες που θα έκαναν ακόμη και τον Μεγαλέξανδρο να ψάχνει διαβατήριο.
Μέχρι εδώ, ας πούμε ότι δεν πέφτουμε και από τα σύννεφα.
Το πραγματικά ενδιαφέρον —και ανησυχητικό— είναι κάτι άλλο. Είναι η στάση των Αυστραλών πολιτικών, ανεξαρτήτως κόμματος. Πηγαίνουν στις εκδηλώσεις αυτών των οργανώσεων, κάτι που ασφαλώς είναι θεμιτό και επιβεβλημένο σε μια δημοκρατία. Όμως, μαζί με τις χειραψίες, τις φωτογραφίες και τα χαμόγελα, φαίνεται να χάνονται κάπου και οι λέξεις.
Η Βόρεια Μακεδονία γίνεται ξανά απλώς «Μακεδονία», οι πολίτες της «Μακεδόνες» και, το χειρότερο, πολιτικοί φωτογραφίζονται μπροστά σε χάρτες που εμφανίζουν ελληνικά εδάφη ως τμήματα μιας υποτιθέμενης «Μακεδονίας».
ΕΔΩ πλέον δεν μιλάμε για πολιτική ευγένεια. Μιλάμε για πολιτική… αμνησία.
Γιατί η Συμφωνία των Πρεσπών δεν είναι προαιρετικό μενού από το οποίο ο καθένας διαλέγει ό,τι τον βολεύει. Είναι διεθνής συμφωνία, την οποία υπέγραψαν δύο χώρες και η οποία παραμένει σε ισχύ. Και, όπως όλες οι συμφωνίες, απαιτεί σεβασμό.
Από όλους.
Και ασφαλώς από τους γείτονές μας. Αλλά και από τους Αυστραλούς πολιτικούς που, στην προσπάθειά τους να μη χάσουν ούτε μία ψήφο, φαίνεται να είναι έτοιμοι να χάσουν ακόμη και… τον χάρτη.
Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ παροικία δεν ζητά προνομιακή μεταχείριση. Ζητά το αυτονόητο: συνέπεια, σεβασμό και εφαρμογή μιας συμφωνίας που υπάρχει και δεν εξαφανίζεται κάθε φορά που ανοίγει μια κάλπη.
Και ίσως ήρθε η ώρα οι οργανώσεις της ελληνικής παροικίας να το πουν καθαρά στους πολιτικούς μας φίλους: μπορείτε να έρχεστε στις εκδηλώσεις μας, να μιλάτε με όλους και να διεκδικείτε τις ψήφους όλων.
Αλλά, παρακαλούμε, αφήστε τη γεωγραφία έξω από το προεκλογικό παζάρι.
Γιατί η ψήφος μπορεί να είναι θέμα πολιτικής. Ο χάρτης, όμως, είναι θέμα ιστορίας.
ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ το Σίδνεϊ θα γίνει, για λίγες ημέρες, η πρωτεύουσα της ελληνικής γλώσσας στην Αυστραλία. Πανεπιστημιακοί, εκπαιδευτικοί, δημοσιογράφοι, πολιτικοί και εκπρόσωποι της ομογένειας θα συναντηθούν για το 12ο Διεθνές Θερινό Πανεπιστήμιο, με ένα θέμα που δύσκολα θα μπορούσε να είναι πιο επίκαιρο: «Η ελληνική γλώσσα στην Αυστραλία: Από τη μνήμη στο μέλλον».
Και μόνο ο τίτλος είναι αρκετός για να μας βάλει σε σκέψεις.
Γιατί, αν υπάρχει κάτι που η ελληνική παροικία στην Αυστραλία διαθέτει σε αφθονία, αυτό είναι η… μνήμη. Θυμόμαστε τους παππούδες μας, τα πρώτα σχολεία, τις αίθουσες των κοινοτήτων, τους ανθρώπους που κράτησαν τη γλώσσα ζωντανή. Κάνουμε εκδηλώσεις, εκφωνούμε λόγους, σηκώνουμε ποτήρια και λέμε πόσο σημαντικό είναι να μη χαθεί η ελληνική γλώσσα.
ΟΛΑ αυτά είναι όμορφα. Αλλά υπάρχει ένα μικρό πρόβλημα: η γλώσσα δεν ζει με αναμνήσεις. Ζει όταν μιλιέται.
Και εδώ βρίσκεται η ουσία του συνεδρίου.
Η συζήτηση για την ελληνική γλώσσα στην Αυστραλία δεν μπορεί να περιοριστεί στο αν θα επιβιώσουν κάποια πανεπιστημιακά προγράμματα ή αν θα συνεχίσουν να λειτουργούν ορισμένα σχολεία. Αυτά είναι κρίσιμα ζητήματα, αλλά αποτελούν μόνο ένα κομμάτι της εικόνας.
Το πραγματικό ερώτημα είναι πολύ μεγαλύτερο: Θέλουμε η ελληνική γλώσσα να αποτελεί ζωντανό κομμάτι της αυστραλιανής πολυπολιτισμικής κοινωνίας ή να καταλήξει ένα τιμητικό παράσημο που θα φοράμε στις επετείους;
ΓΙΑΤΙ δεν γίνεται να ζητάμε από τη δεύτερη και την τρίτη γενιά να αγαπήσει τη γλώσσα, όταν εμείς οι ίδιοι την αντιμετωπίζουμε μερικές φορές σαν υποχρέωση. Δεν γίνεται να μιλάμε για το μέλλον και να χρηματοδοτούμε μόνο το παρελθόν.
Το Σίδνεϊ, λοιπόν, έχει μια μεγάλη ευκαιρία. Όχι απλώς να οργανώσει ένα ακόμη επιτυχημένο συνέδριο, αλλά να δημιουργήσει έναν οδικό χάρτη.
Και μετά; Να τον ακολουθήσουμε.
Γιατί στο τέλος της ημέρας, η ελληνική γλώσσα δεν κινδυνεύει από την έλλειψη συνεδρίων. Κινδυνεύει αν μετά το τελευταίο χειροκρότημα επιστρέψουμε όλοι στα ίδια.
Ας ελπίσουμε, λοιπόν, ότι αυτή τη φορά το «από τη μνήμη στο μέλλον» δεν θα είναι απλώς ένας ωραίος τίτλος.
Θα είναι και μια δέσμευση.
ΠΑΜΕ και σε ένα άλλο θέμα:
Ένα γεύμα μπορεί να είναι απλώς ένα γεύμα. Όταν όμως στο ίδιο τραπέζι κάθονται ο πρωθυπουργός της Ελλάδας και ένας από τους ισχυρότερους ανθρώπους των παγκόσμιων μέσων ενημέρωσης, τότε η είδηση βρίσκεται ίσως περισσότερο σε όσα δεν ειπώθηκαν παρά σε όσα έγιναν γνωστά.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης και ο Αυστραλός Ρούπερτ Μέρντοχ δεν συναντώνται για πρώτη φορά. Και αυτή τη φορά, η σύνθεση της παρέας έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον: σύζυγοι, αλλά και κορυφαία στελέχη του μιντιακού ομίλου Μέρντοχ, μεταξύ των οποίων η Ρεμπέκα Μπρουκς και ο Κιθ Πουλ.
Επισήμως, δεν γνωρίζουμε το περιεχόμενο της συζήτησης. Και ασφαλώς δεν χρειάζεται να υποθέσουμε τι ειπώθηκε πίσω από τις κλειστές πόρτες του Μεγάρου Μαξίμου.
ΥΠΑΡΧΕΙ όμως μια εύλογη ερώτηση: γιατί έχει σημασία ποιος κάθεται στο τραπέζι;
Στην εποχή της απόλυτης κυριαρχίας της εικόνας, της πληροφορίας και της επιρροής, οι προσωπικές σχέσεις ανάμεσα στην πολιτική και τα διεθνή μέσα ενημέρωσης αποκτούν ιδιαίτερο βάρος. Δεν σημαίνει απαραίτητα ότι υπάρχει κάποια κρυφή ατζέντα. Σημαίνει, όμως, ότι τέτοιες συναντήσεις στέλνουν μηνύματα — ακόμη κι όταν δεν δημοσιοποιείται ούτε μία λέξη από τη συζήτηση.
Και υπάρχει και μια ακόμη λεπτομέρεια που δύσκολα περνά απαρατήρητη: δεν είναι η πρώτη φορά. Πέρυσι, Μητσοτάκης και Μέρντοχ είχαν ξαναβρεθεί στο ίδιο τραπέζι, αυτή τη φορά στην Τήνο, σε ένα πολύ πιο χαλαρό σκηνικό.
Ίσως, λοιπόν, το ενδιαφέρον να μην βρίσκεται στο τι έφαγαν ούτε στο πού κάθισαν. Βρίσκεται στο γεγονός ότι δύο άνθρωποι που κινούνται σε εντελώς διαφορετικούς κόσμους —ο ένας στην πολιτική και ο άλλος στην παγκόσμια μιντιακή ισχύ— φαίνεται να διατηρούν μια σχέση που δεν περιορίζεται σε μια τυπική εθιμοτυπική συνάντηση.
Στην πολιτική, άλλωστε, οι παρέες έχουν τη δική τους γλώσσα. Και μερικές φορές ένα τραπέζι λέει περισσότερα από ένα δελτίο Τύπου.
ΜΕ ΤΗΝ ευκαιρία έχουμε και καλά νέα για την Ομογένεια.
Η επιστολική ψήφος έρχεται και πλέον ο Έλληνας της Αυστραλίας θα μπορεί να ψηφίζει για τις ελληνικές βουλευτικές εκλογές χωρίς να χρειάζεται να πάρει αεροπλάνο για Αθήνα, να κάνει στάση στη Σιγκαπούρη και να φτάσει στο χωριό για να προλάβει την κάλπη.
Μια μεγάλη δημοκρατική κατάκτηση.
Υπάρχει όμως ένα μικρό πρόβλημα.
Πρέπει να… εγγραφούμε.
Και εδώ αρχίζει η πραγματική περιπέτεια.
Γιατί ο Έλληνας της Μελβούρνης μπορεί να οργανώσει γάμο σε έξι μήνες, βάπτιση με 400 καλεσμένους, τραπέζι με 25 πιάτα και εκδρομή στην Ελλάδα για τρεις οικογένειες.
Αλλά αν του πεις:
«Μπες στην πλατφόρμα και κάνε ηλεκτρονική εγγραφή»,
η απάντηση είναι σχεδόν πάντα:
«Ναι, ναι… θα το κάνω.»
Πότε;
«Κάποια στιγμή.»
Το «κάποια στιγμή», βέβαια, είναι μια ελληνική χρονική μονάδα που μπορεί να σημαίνει από αύριο μέχρι… ποτέ.
Και μετά, όταν θα κλείσει η προθεσμία, θα αρχίσουν τα τηλέφωνα:
«Μα δεν το είπαν πουθενά!»
«Εγώ δεν ήξερα!»
«Ο κουμπάρος μου είπε ότι δεν χρειάζεται εγγραφή!»
«Η ξαδέλφη μου στην Αθήνα είπε ότι είμαι γραμμένος!»
Και κάπου εκεί θα εμφανιστεί και ο ειδικός της παρέας:
«Εγώ σας τα έλεγα από πέρυσι.»
Φυσικά, κανείς δεν θα θυμάται να τον έχει ακούσει.
Το θέμα, όμως, είναι σοβαρό.
Γιατί τόσα χρόνια λέμε ότι η Ομογένεια πρέπει να έχει ισχυρότερη φωνή στην Ελλάδα.
Να μας ακούει η Αθήνα.
Για τα σχολεία.
Για τη γλώσσα.
Για τα πανεπιστήμια.
Για τα προξενεία.
Για τα δικαιώματα των αποδήμων.
Για όλα όσα μας απασχολούν.
Ε, λοιπόν, τώρα μας έδωσαν και το μικρόφωνο.
Ας το χρησιμοποιήσουμε.
Και μάλιστα από τον καναπέ μας.
Δεν χρειάζεται να πάρουμε άδεια από τη δουλειά.
Δεν χρειάζεται να πληρώσουμε εισιτήριο.
Δεν χρειάζεται να εξηγήσουμε στη σύζυγο ότι «το ταξίδι στην Ελλάδα για τις εκλογές είναι εθνικό καθήκον».
Ούτε να ακούσουμε τον θείο να λέει:
«Αφού θα πας Ελλάδα, φέρε μου και κάτι από το χωριό.»
Απλώς εγγραφόμαστε και ψηφίζουμε.
Και εδώ υπάρχει μια ακόμη ελληνική ιδιαιτερότητα.
Δεν χρειάζεται να ψηφίσουμε όλοι το ίδιο.
Άλλος θα ψηφίσει δεξιά, άλλος αριστερά, άλλος κέντρο και άλλος θα πει:
«Εγώ θα περιμένω να δω τι θα πει ο κουμπάρος.»
Δημοκρατία είναι όλα αυτά.
Το μόνο που δεν πρέπει να κάνουμε είναι να μην ψηφίσουμε καθόλου.
Γιατί τότε, αγαπητοί συμπάροικοι, θα έχουμε κάνει το μεγαλύτερο ελληνικό επίτευγμα:
Θα έχουμε καταφέρει να έχουμε δικαίωμα ψήφου και να μην το χρησιμοποιήσουμε.
Γι’ αυτό, αυτή τη φορά ας κάνουμε κάτι διαφορετικό.
Ας μην περιμένουμε την τελευταία στιγμή.
Ας μην περιμένουμε να μας πάρει τηλέφωνο ο σύλλογος.
Ας μην περιμένουμε τον παπά.
Ας μην περιμένουμε τον πρόεδρο της κοινότητας.
Ας μην περιμένουμε τον φίλο που «ξέρει από υπολογιστές».
Και κυρίως…
ας μην περιμένουμε τον κουμπάρο.
Ενημερωνόμαστε.
Εγγραφόμαστε.
Και ψηφίζουμε.
Γιατί μπορεί να είμαστε 15.000 χιλιόμετρα μακριά από την Ελλάδα, αλλά πλέον έχουμε τη δυνατότητα να της στείλουμε την ψήφο μας με το ταχυδρομείο.
Τ. Τ.
The post Αυστραλοί πολιτικοί “καταργούν” τη Συμφωνία των Πρεσπών appeared first on ΝΕΟΣ ΚΟΣΜΟΣ.