Magdalena Simonis: Η βία κατά των γυναικών δεν είναι ιδιωτική υπόθεση, αλλά ζήτημα δημόσιας υγείας

Για δεκαετίες, η υγεία των γυναικών εξετάζεται κυρίως υπό το πρίσμα των ασθενειών, της αναπαραγωγής και της πρόσβασης στην ιατρική περίθαλψη. Ωστόσο, σύμφωνα με την ομογενή αναπληρώτρια καθηγήτρια Magdalena Simonis, γενική γιατρό, σύμβουλο υγείας στην αυστραλιανή κυβέρνηση, μέλος του διοικητικού συμβουλίου και ερευνήτρια πρωτοβάθμιας περίθαλψης στο Πανεπιστήμιο της Μελβούρνης, η συζήτηση πρέπει να επεκταθεί πολύ πέρα από τις παραδοσιακές ιατρικές διαγνώσεις. Η υγεία των γυναικών, υποστηρίζει, διαμορφώνεται από ένα πολύπλοκο πλέγμα κοινωνικών, οικονομικών και πολιτισμικών παραγόντων που επηρεάζουν το αν οι γυναίκες μπορούν να έχουν πρόσβαση στη φροντίδα υγείας, να διεκδικούν τα δικαιώματά τους και να ζουν με ασφάλεια.

«Η υγεία των γυναικών δεν είναι απλώς η απουσία ασθένειας», εξηγεί στο Αθηναϊκό-Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων η ομογενής επιστήμονας, η οποία βρέθηκε προ ημερών στη Θεσσαλονίκη, όπου συμμετείχε στο Aristotle Innovation Forum, που διοργάνωσε με επιτυχία το ΑΠΘ. Παραπέμπει, δε, στον ορισμό του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας, σύμφωνα με τον οποίο η υγεία είναι «μια κατάσταση πλήρους σωματικής, ψυχικής και κοινωνικής ευεξίας και όχι απλώς η απουσία νόσου ή αναπηρίας».

Η επίτευξη αυτού του επιπέδου ευημερίας απαιτεί πολύ περισσότερα από την ιατρική θεραπεία. Απαιτεί οικονομική ασφάλεια, πρόσβαση σε υπηρεσίες υγείας, υγειονομικό εγγραμματισμό και τη δυνατότητα λήψης τεκμηριωμένων αποφάσεων για την προσωπική υγεία. Απαιτεί επίσης συστήματα υγείας που ανταποκρίνονται στις εμπειρίες των γυναικών και επαγγελματίες υγείας εκπαιδευμένους να αναγνωρίζουν πώς οι έμφυλες προκαταλήψεις μπορούν να επηρεάσουν τη διάγνωση και τη θεραπεία, τονίζει.

«Πολύ συχνά, συμπτώματα των γυναικών, όπως ο πόνος της περιόδου, η έντονη εμμηνορροϊκή αιμορραγία, ο εξαναγκαστικός έλεγχος από μέλη της οικογένειας ή τον σύντροφο, ακόμη και οι μεταβολές της διάθεσης, απορρίπτονται και αποδίδονται στο ότι ” έτσι είναι η μοίρα της γυναίκας”», αναφέρει.

Αυτή η απαξίωση μπορεί να έχει σοβαρές συνέπειες. Παθήσεις όπως η ενδομητρίωση και το Πολυενδοκρινικό Μεταβολικό Σύνδρομο Ωοθηκών (γνωστό παλαιότερα ως PCOS) είναι συχνά πολύ πιο σύνθετες από όσο αντιλαμβάνονται οι περισσότεροι άνθρωποι, επηρεάζοντας πολλαπλά συστήματα του οργανισμού και κάθε πτυχή της ζωής μιας γυναίκας.

Οι γυναίκες συχνά επωμίζονται ευθύνες φροντίδας παιδιών, ηλικιωμένων γονέων ή άλλων μελών της οικογένειας, ενώ παράλληλα διαχειρίζονται τα δικά τους προβλήματα υγείας. Αυτές οι υποχρεώσεις μπορούν να επηρεάσουν τη δυνατότητα εργασίας, την επαγγελματική εξέλιξη και, κυρίως, την έγκαιρη αναζήτηση ιατρικής βοήθειας.

«Οι βιοψυχοκοινωνικές διαστάσεις των ζητημάτων υγείας των γυναικών σε όλα τα στάδια της ζωής τους πρέπει να λαμβάνονται υπόψη», σημειώνει η Δρ Simonis, υπογραμμίζοντας ωστόσο πως ανάμεσα σε όλες τις προκλήσεις που αντιμετωπίζει η υγεία των γυναικών, ένα ζήτημα ξεχωρίζει τόσο λόγω της έκτασής του όσο και λόγω των καταστροφικών συνεπειών του: η βία κατά των γυναικών.

Μια αόρατη επιδημία

«Η οικογενειακή βία και η βία από στενό σύντροφο είναι ενδημικά φαινόμενα στην κοινωνία», λέει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ η ομογενής επιστήμονας, σημειώνοντας ότι στατιστικά περίπου μία στις έξι γυναίκες ηλικίας 15 ετών και άνω θα βιώσει κάποια μορφή βίας.

Παρότι η δημόσια συζήτηση επικεντρώνεται συχνά στη σωματική κακοποίηση, η ίδια επισημαίνει ότι η βία λαμβάνει πολλές μορφές. «Η βία αφορά την άσκηση ελέγχου», εξηγεί. «Οι δράστες αισθάνονται ότι έχουν το δικαίωμα να συμπεριφέρονται με τρόπους που το αποδεικνύουν αυτό στη γυναίκα».

Η σωματική βία μπορεί να περιλαμβάνει χαστούκια, σπρωξίματα, γροθιές, τσιμπήματα, στραγγαλισμό και σεξουαλικό εξαναγκασμό. Όμως, η βία μπορεί επίσης να εκδηλώνεται μέσω οικονομικού ελέγχου, εκφοβισμού, ταπείνωσης, απομόνωσης από αγαπημένα πρόσωπα, συνεχούς υποτίμησης και απειλών.

Αυτές οι μη σωματικές μορφές κακοποίησης είναι συχνά δυσκολότερο να αναγνωριστούν, ωστόσο η Δρ Simonis υποστηρίζει ότι μπορούν να είναι εξίσου καταστροφικές. «Παρότι πρόκειται για μη σωματικές μορφές βίας, είναι εξίσου επιβλαβείς, καθώς παγιδεύουν γυναίκες και κορίτσια σε μια κατάσταση αδυναμίας, ενοχής και στην πεποίθηση ότι αν κάνουν αυτό που απαιτεί ο δράστης για να τον ευχαριστήσουν, όλα θα τελειώσουν».

Πολλά θύματα εγκλωβίζονται σε κύκλους αυτοαμφισβήτησης και φόβου. Οι δράστες συχνά υποβαθμίζουν τις πράξεις τους ή πείθουν τις γυναίκες ότι υπερβάλλουν. Με την πάροδο του χρόνου, αυτό μπορεί να οδηγήσει τα θύματα στην απομόνωση και στην απροθυμία να ζητήσουν βοήθεια. «Οι γυναίκες που είναι θύματα αισθάνονται ότι ακόμη κι αν μοιραστούν αυτές τις πληροφορίες με έναν επαγγελματία υγείας, δεν θα γίνουν πιστευτές ή θα κατηγορηθούν με κάποιον τρόπο», αναφέρει.

Οι συνέπειες εκτείνονται πολύ πέρα από τη συναισθηματική οδύνη. Η ζωή υπό καθεστώς οικογενειακής βίας μπορεί να εκδηλωθεί μέσω ενός ευρέος φάσματος προβλημάτων υγείας, όπως χρόνιοι πονοκέφαλοι, πυελικός πόνος, κοιλιακό άλγος, άγχος, κατάθλιψη, διαταραχή μετατραυματικού στρες, κατάχρηση ουσιών, σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα και ανεπιθύμητες ή μη προγραμματισμένες εγκυμοσύνες, εξηγεί η Δρ Simonis, επισημαίνοντας πως για τους επαγγελματίες υγείας, αυτά τα συμπτώματα μπορεί να αποτελούν τα πρώτα ορατά σημάδια ότι κάτι σοβαρό συμβαίνει.

Μια απλή ερώτηση μπορεί να λειτουργήσει ως σωσίβια λέμβος

Ένα από τα πιο εντυπωσιακά ευρήματα που αναφέρει η Δρ Simonis προέρχεται από έρευνες σχετικά με την προθυμία των γυναικών να αποκαλύψουν ότι υφίστανται κακοποίηση. «Μελέτες του Safer Families Centre of Research Excellence στο Πανεπιστήμιο της Μελβούρνης δείχνουν ότι εννέα στις δέκα γυναίκες θα μιλούσαν στον γενικό ή οικογενειακό τους γιατρό για την οικογενειακή βία, αν ερωτούνταν σχετικά. Ωστόσο, μόνο ένας στους δέκα επαγγελματίες υγείας θέτει αυτή την ερώτηση».

Το χάσμα -κατά την ίδια- είναι ανησυχητικό. Παρά την υψηλή συχνότητα της οικογενειακής βίας, πολλοί γιατροί εξακολουθούν να διστάζουν να θίξουν το θέμα. Σύμφωνα με τη Δρ Simonis, ορισμένοι θεωρούν ότι τα οικογενειακά ζητήματα δεν εμπίπτουν στις επαγγελματικές τους αρμοδιότητες. Άλλοι φοβούνται ότι δεν θα γνωρίζουν πώς να βοηθήσουν, αν μια γυναίκα αποκαλύψει ότι κακοποιείται. Οι χρονικοί περιορισμοί κατά τη διάρκεια των ιατρικών επισκέψεων λειτουργούν επίσης αποτρεπτικά.

Ωστόσο, η έμπειρη ομογενής επιστήμονας πιστεύει ότι οι επαγγελματίες υγείας διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο. Οι γιατροί -εξηγεί- συχνά βλέπουν πρώτοι τις μακροχρόνιες επιπτώσεις της βίας. Οι γυναίκες μπορεί να προσέρχονται επανειλημμένα με άγχος, κατάθλιψη, χρόνιο πόνο ή ανεξήγητα συμπτώματα που δεν ανταποκρίνονται στις θεραπείες. Σε αυτές τις περιπτώσεις, λέει η Δρ Simonis, η αφετηρία μπορεί να είναι εξαιρετικά απλή. «Όταν υποψιαζόμαστε ότι κάτι δεν πάει καλά, όπως όταν προσπαθούμε να αντιμετωπίσουμε την κατάθλιψη, το άγχος ή άλλες μορφές χρόνιου πόνου που δεν ανταποκρίνονται στις θεραπείες, η πρώτη ερώτηση θα πρέπει να είναι: ” Πώς είναι τα πράγματα στο σπίτι;”».

Η απάντηση μπορεί να δώσει σημαντικά στοιχεία. «Αν η απάντηση είναι ότι ” τα πράγματα είναι απαίσια” ή ” όχι και τόσο καλά”, ή αν αντιληφθείτε δισταγμό, αφήστε τη γυναίκα να μιλήσει με ηρεμία και ακούστε την».

Στη συνέχεια, οι επαγγελματίες υγείας μπορούν να προχωρήσουν σε μια πιο άμεση ερώτηση: «Φοβάστε ή αισθάνεστε ποτέ ανασφάλεια μαζί του;». Είναι μια ερώτηση που μπορεί να ανοίξει τον δρόμο για αποκάλυψη, υποστήριξη και σχεδιασμό προστασίας, υπογραμμίζει η Δρ Simonis.

Επιτακτική η κατανόηση και η αξιολόγηση του κινδύνου

Η αναγνώριση της βίας είναι μόνο το πρώτο βήμα. Η αξιολόγηση του κινδύνου είναι εξίσου σημαντική. Η Δρ Simonis υπογραμμίζει ότι οι επαγγελματίες υγείας πρέπει να γνωρίζουν τα προειδοποιητικά σημάδια που υποδεικνύουν ότι μια γυναίκα μπορεί να διατρέχει άμεσο κίνδυνο. «Είναι σημαντικό να γνωρίζουμε ότι οι απειλές για φόνο ή βλάβη της ίδιας ή των αγαπημένων της προσώπων, η εγκυμοσύνη, η κατοχή όπλου, η απόπειρα στραγγαλισμού, καθώς και η κατάχρηση αλκοόλ ή ουσιών, αποτελούν ορισμένες ενδείξεις άμεσου κινδύνου», επισημαίνει, εξηγώντας πως αυτοί οι παράγοντες μπορούν να σηματοδοτούν αυξημένο κίνδυνο σοβαρού τραυματισμού ή θανάτου.

Ίσως μία από τις πιο σκληρές πραγματικότητες της οικογενειακής βίας αφορά το τι συμβαίνει όταν οι γυναίκες εγκαταλείπουν μια κακοποιητική σχέση. «Ο μεγαλύτερος κίνδυνος να δολοφονηθεί μια γυναίκα είναι μέσα στους δύο πρώτους μήνες μετά τον χωρισμό από τον σύντροφό της», λέει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ η Δρ Simonis.

Η διαπίστωση αυτή καταρρίπτει την κοινή αντίληψη ότι η αποχώρηση από τη σχέση εξαλείφει αυτόματα τον κίνδυνο. Στην πραγματικότητα, ο χωρισμός μπορεί να αυξήσει την επικινδυνότητα, καθώς ο δράστης επιχειρεί να ανακτήσει τον έλεγχο, εξηγεί.

Για τον λόγο αυτό, η Δρ Simonis τονίζει τη σημασία οργανωμένων παρεμβάσεων που βασίζονται σε τεκμηριωμένα πρότυπα. Αναφέρεται στο μοντέλο LIVES του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας, το οποίο ενθαρρύνει τους επαγγελματίες υγείας να:

– Ακούνε με προσοχή και ενσυναίσθηση.

– Διερευνούν την ασφάλεια της γυναίκας.

– Αναγνωρίζουν την εμπειρία της και της λένε ότι δεν φέρει ευθύνη.

– Ενισχύουν την ασφάλειά της.

– Τη στηρίζουν και τη συνδέουν με κατάλληλες υπηρεσίες.

Η προσέγγιση αυτή, επισημαίνει η ίδια, αναγνωρίζει ότι πολλές γυναίκες χρειάζονται επιβεβαίωση και αναγνώριση της πραγματικότητάς τους όσο και πρακτική βοήθεια. Για πολλά θύματα, το να ακούσουν ότι η κακοποίηση δεν είναι δικό τους φταίξιμο μπορεί να αποτελέσει μια βαθιά μεταμορφωτική στιγμή, αναφέρει.

Αλλάζοντας κουλτούρα, ενισχύοντας την κοινωνική ευαισθητοποίηση

Παρότι οι χώροι παροχής υγείας προσφέρουν σημαντικές ευκαιρίες παρέμβασης, η Δρ Simonis υποστηρίζει ότι η εξάλειψη της βίας κατά των γυναικών απαιτεί μια πολύ ευρύτερη κοινωνική ανταπόκριση. «Αυτό που μπορεί να κάνει μεγάλη διαφορά είναι η ενίσχυση της κοινωνικής ευαισθητοποίησης σχετικά με τη συχνότητα της βίας από σύντροφο και της οικογενειακής βίας, καθώς και η σαφής μετάδοση του μηνύματος ότι η βία είναι επιλογή και αφορά την άσκηση εξουσίας και ελέγχου — και αυτό δεν είναι αποδεκτό», τονίζει.

Το μήνυμα αυτό, λέει, πρέπει να είναι ορατό σε ολόκληρη την κοινωνία. «Οι χώροι εργασίας, τα σχολεία και οι δημόσιες υποδομές, συμπεριλαμβανομένων των μέσων μαζικής μεταφοράς, πρέπει να δηλώνουν ξεκάθαρα ότι η βία δεν είναι αποδεκτή».

Τέτοιες πρωτοβουλίες δεν αφορούν μόνο εκστρατείες ενημέρωσης. Αφορούν την αναδιαμόρφωση κοινωνικών κανόνων και τη δημιουργία περιβαλλόντων όπου η κακοποίηση αναγνωρίζεται, αμφισβητείται και προλαμβάνεται. «Αυτό απαιτεί μια εθνική στρατηγική ευαισθητοποίησης και αναγνώρισης των επιπτώσεων της βίας», τονίζει η Δρ Simonis, εκτιμώντας πως χωρίς αυτή τη συλλογική προσπάθεια, πολλές γυναίκες θα συνεχίσουν να υποφέρουν σιωπηλά.

Η σύνδεση ανάμεσα στην έμφυλη ανισότητα και την υγεία

Για τη Δρ Simonis, η βία κατά των γυναικών δεν μπορεί να διαχωριστεί από τα ευρύτερα ζητήματα έμφυλης ανισότητας. «Η έμφυλη ανισότητα είναι ο πιο παραγνωρισμένος παράγοντας που οδηγεί στις ανισότητες στην υγεία», διευκρινίζει.

Υποστηρίζει ότι επί γενιές οι γυναίκες υποεκπροσωπούνταν στην ηγεσία του τομέα της υγείας, στην έρευνα, στην πολιτική, στη βιομηχανία και στην εκπαίδευση. Ως αποτέλεσμα, πολλά συστήματα αναπτύχθηκαν κυρίως μέσα από μια ανδρική οπτική. «Τα συστήματα μέσα στα οποία ζούμε και εκπαιδευόμαστε έχουν σχεδιαστεί από άνδρες που δεν διαθέτουν γυναικείο σώμα και οι οποίοι υπέθεσαν ότι η ανάπτυξη συστημάτων και η διεξαγωγή έρευνας αποκλειστικά μέσα από ένα ανδρικό πρίσμα θα μπορούσε να εφαρμοστεί και στις γυναίκες. Όμως, αυτό δεν ισχύει», υπογραμμίζει η πολυβραβευμένη ομογενής επιστήμονας.

Οι συνέπειες είναι εμφανείς σε ολόκληρο το πεδίο της ιατρικής. Οι παθήσεις που αφορούν τις γυναίκες έχουν συχνά παρερμηνευθεί, ερευνηθεί ανεπαρκώς ή απορριφθεί. Συμπτώματα που επηρεάζουν τις γυναίκες μπορεί να υποβαθμίζονται ή να θεωρούνται φυσιολογικά, καθυστερώντας τη διάγνωση και τη θεραπεία. Σύμφωνα με τη Δρ Simonis, η πραγματική ισότητα στην υγεία προϋποθέτει την αντιμετώπιση αυτών των δομικών προβλημάτων και τη διασφάλιση ότι οι φωνές των γυναικών εκπροσωπούνται στη λήψη αποφάσεων και στην έρευνα.

Κοιτάζοντας μπροστά

Καθώς η υγειονομική περίθαλψη εξελίσσεται, η Δρ Simonis βλέπει ευκαιρίες βελτίωσης των αποτελεσμάτων μέσω της καινοτομίας, ιδιαίτερα στον τομέα της τεχνητής νοημοσύνης. «Η τεχνητή νοημοσύνη στην υγεία πρέπει να στοχεύει στην παροχή πιο δίκαιης, προληπτικής, ακριβούς και ανθρώπινης φροντίδας, ενισχύοντας τη λήψη κλινικών αποφάσεων, διατηρώντας παράλληλα την εμπιστοσύνη, τη συμπόνια και την ανθρώπινη σύνδεση», αναφέρει χαρακτηριστικά.

Πιστεύει ότι η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να συμβάλει στην έγκαιρη ανίχνευση ασθενειών, στη βελτίωση της διαγνωστικής ακρίβειας, στην εξατομίκευση των θεραπειών και στην ενίσχυση της πρόληψης. Μπορεί επίσης να μειώσει τα διοικητικά βάρη, επιτρέποντας στους κλινικούς ιατρούς να αφιερώνουν περισσότερο χρόνο στους ασθενείς.

Ωστόσο, είναι ξεκάθαρη ότι η τεχνολογία πρέπει να υποστηρίζει -και όχι να αντικαθιστά- τις ανθρώπινες σχέσεις που βρίσκονται στον πυρήνα της ιατρικής. «Η σχέση ιατρού-ασθενούς πρέπει να παραμείνει κεντρική», υπογραμμίζει με έμφαση.

Η αρχή αυτή -εξηγεί η Δρ Simonis- είναι ιδιαίτερα σημαντική όταν πρόκειται για ευαίσθητα ζητήματα, όπως η οικογενειακή βία, όπου η εμπιστοσύνη, η ενσυναίσθηση και η προσεκτική ακρόαση αποτελούν συχνά το κλειδί για την αποκάλυψη της κακοποίησης.

Μια δέσμευση που διαμορφώθηκε από την κοινότητα

Η αφοσίωση της Δρ Simonis στην υγεία των γυναικών διαμορφώθηκε εν μέρει από τις εμπειρίες της ως κόρης Ελλήνων μεταναστών. «Πήρα την απόφαση να γίνω γιατρός όταν ήμουν μόλις επτά ετών», λέει.

Ως παιδί, γοητευόταν από τη φροντίδα τόσο των ανθρώπων όσο και των ζώων. «Το γεγονός ότι είμαι Ελληνίδα και γυναίκα γιατρός σήμαινε ότι πολλές μεγαλύτερες γυναίκες, οι οποίες ποτέ δεν αισθάνονταν άνετα να μιλήσουν για ζητήματα γυναικείας υγείας ή άλλα προσωπικά θέματα, έρχονταν σε μένα», εξηγεί.

Μέσα από αυτές τις συναντήσεις συνειδητοποίησε ολοένα και περισσότερο τα εμπόδια που αντιμετωπίζουν πολλές γυναίκες με μεταναστευτικό υπόβαθρο. «Έγινε πολύ εμφανές ότι οι γυναίκες μετανάστριες δεν λάμβαναν την υγειονομική φροντίδα που χρειάζονταν λόγω γλωσσικών εμποδίων και του στίγματος που περιβάλλει το γυναικείο σώμα».

Σήμερα, αυτή η δέσμευση προς την κοινότητα παραμένει στο επίκεντρο του έργου της. Μέσα από πρωτοβουλίες επικοινωνίας για θέματα υγείας που απευθύνονται σε ελληνόφωνο κοινό, βλέπει μια ευκαιρία να ανταποδώσει στη γενιά που θυσίασε τόσα πολλά για να δημιουργήσει καλύτερες προοπτικές για τα παιδιά της. «Τα νιάτα τους επισκιάστηκαν από την προσπάθειά τους να δημιουργήσουν μια καλύτερη ζωή για τα παιδιά τους», λέει και προσθέτει: «Θεωρώ τον εαυτό μου ωφελημένο από όλη την προσπάθεια και τη θυσία που έκαναν και, για μένα, αυτό είναι ένας τρόπος να προσφέρω πίσω ό,τι μπορώ».

Σε όλη τη διάρκεια της πολυετούς καριέρας της, η Δρ Simonis έχει υποστηρίξει μια πιο ολοκληρωμένη κατανόηση της υγείας των γυναικών — μια προσέγγιση που αναγνωρίζει τις κοινωνικές πραγματικότητες που διαμορφώνουν τη ζωή τους. Στον πυρήνα αυτού του οράματος βρίσκεται η εξής αρχή: η βία κατά των γυναικών δεν είναι ιδιωτική υπόθεση. Είναι μια επείγουσα κρίση δημόσιας υγείας, με συνέπειες που διαχέονται στις οικογένειες, στις κοινότητες και στις επόμενες γενιές.

Η πρόκληση, υποστηρίζει η ομογενής επιστήμονας, δεν είναι μόνο να ανταποκρινόμαστε όταν η βία εκδηλώνεται, αλλά να δημιουργούμε συστήματα που την αναγνωρίζουν, την προλαμβάνουν και στηρίζουν τις γυναίκες πριν η κατάσταση κλιμακωθεί. Και μερικές φορές -υπενθυμίζει- αυτό ξεκινά με κάτι τόσο απλό όσο μια ερώτηση και με την ειλικρινή διάθεση να ακούσουμε πραγματικά την απάντηση.

Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ

The post Magdalena Simonis: Η βία κατά των γυναικών δεν είναι ιδιωτική υπόθεση, αλλά ζήτημα δημόσιας υγείας appeared first on ΝΕΟΣ ΚΟΣΜΟΣ.