
Το παγκόσμιο ποδόσφαιρο ζει στον Χρυσό Αιώνα της Ισπανίας. Ποτέ στο παρελθόν μία χώρα δεν επηρέασε τόσο έντονα το λαοφιλέστερο σπορ για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα όσο το κατάφεραν οι Ισπανοί στο πρώτο τέταρτο του 21ου αιώνα.
Τα καστιγιάνικα είναι πλέον η γλώσσα που ομιλείται περισσότερο στα γκαλά της Χρυσής Μπάλας και στα ποδοσφαιρικά γήπεδα από οποιαδήποτε άλλη. Οπως συνέβη στο Λονδίνο, στη μήτρα που συνελήφθη το ποδόσφαιρο, όπου τα ισπανικά κυριάρχησαν στις βραβεύσεις με εξαίρεση τον νικητή της Χρυσής Μπάλας, Χάρι Κέιν.
Τα οκτώ από τα συνολικά 12 βραβεία που απονεμήθηκαν, κατέληξαν σε ισπανικά χέρια. Η Αλεξία Πουτέγιας κατέκτησε για τρίτη φορά τη Χρυσή Μπάλα. Ο Λαμίν Γιαμάλ και η Βίκι Λόπεθ πήραν βραβεία ως καλύτεροι νέοι παίκτες. Ο Λουίς ντε λα Φουέντε (Εθνική Ισπανίας) και ο Πέρε Ρομέου (γυναικείο ποδόσφαιρο Μπαρτσελόνα), αναδείχτηκαν κορυφαίοι προπονητές. Ο Ουνάι Σιμόν (Αθλέτικ) και η Κάτα Κολ (Μπαρτσελόνα) βραβεύτηκαν ως οι καλύτεροι τερματοφύλακες.
Μια απονομή που ολοκλήρωσε τον φετινό θρίαμβο του ισπανικού ποδοσφαίρου το οποίο κυριάρχησε σε κάθε κύτταρο του αθλήματος. Τέσσερις ισπανοί προπονητές κέρδισαν τα σημαντικότερα τρόπαια. Ο Λουίς Ενρίκε το Τσάμπιονς Λιγκ με την Παρί Σεν Ζερμέν, ο Ουνάι Εμερι το Γιουρόπα Λιγκ με την Αστον Βίλα, ο Ντε λα Φουέντε το Παγκόσμιο Κύπελλο με τη Φούρια Ρόχα και ο Μικέλ Αρτέτα το σημαντικότερο ευρωπαϊκό πρωτάθλημα, την Πρέμιερ Λιγκ με την Αρσεναλ.
Σημείο καμπής
Στην τελευταία πενταετία η Ισπανία αποτελεί την κυρίαρχη δύναμη στο παγκόσμιο ποδόσφαιρο. Για πρώτη φορά μία χώρα είναι πρωταθλήτρια κόσμου ταυτόχρονα στους άνδρες (2026) και στις γυναίκες (2023). Δύο μήνες μετά τον θρίαμβο στα γήπεδα της Βόρειας Αμερικής η Κ-20 γυναικών κατέκτησε το Μουντιάλ, ανεβάζοντας το σύνολο των τροπαίων σε παγκόσμιο και ευρωπαϊκό επίπεδο για την περίοδο 2022-2026 στα δεκαεπτά!
Οι άλλοτε looser με το σπουδαίο ταλέντο, τα διάσημα ονόματα αλλά τη σμπαραλιασμένη ψυχολογία άλλαξαν σελίδα στη δύση του 20ου αιώνα, όταν κατέκτησαν το Παγκόσμιο Κύπελλο Κ-20 υπό τις οδηγίες του Λουίς Αραγονές. Και δεν κοίταξαν ποτέ ξανά πίσω.
«Αυτό ήταν σίγουρα ένα σημείο καμπής για εμάς. Ο τότε προπονητής της εθνικής μας ομάδας, Λουίς Αραγονές, επικεντρώθηκε στο συνδυαστικό παιχνίδι και τη συλλογική δράση», εξηγεί ο Νταβίντ Γκουτιέρεθ, διευθυντής της εθνικής σχολής προπονητών της Ισπανίας. «Πιστεύω ότι με αυτόν τον τρόπο διαμόρφωσε μια ταυτότητα που μας οδήγησε μακριά από την παλιά «Ισπανική Οργή». Γίναμε μια ομάδα όπου θέλουμε να αναλαμβάνουμε τον έλεγχο της μπάλας και να κυριαρχούμε στα παιχνίδια».
Το πρώτο τέταρτο του 21ου αιώνα αποτελεί τη χρυσή εποχή για τη Φούρια Ρόχα, σε άνδρες, γυναίκες και τις νεότερες ηλικίες. Δύο Παγκόσμια Κύπελλα (2010, 2026), τρία Euro (2008, 2012, 2024), ένα Nations League (2023), χρυσό ολυμπιακό μετάλλιο στους Αγώνες του Παρισιού, Χρυσή Μπάλα για τον Ρόδρι και 42 σερί αγώνες χωρίς ήττα που αποτελεί ιστορικό ρεκόρ για το ανδρικό ποδόσφαιρο.
Οι προπονητές
Μια άνευ προηγουμένου κυριαρχία στην οποία πρωταγωνιστικό ρόλο έχουν οι προπονητές. Οι Ισπανοί είναι οι πλέον περιζήτητοι στα κορυφαία κλαμπ. Πέντε από τις είκοσι ομάδες στην Πρέμιερ Λιγκ, οι Αρσεναλ, Αστον Βίλα, Λίβερπουλ, Τσέλσι και Φούλαμ, έχουν στον πάγκο τους ισπανούς προπονητές. Αυτή τη στιγμή υπάρχουν 78 ενεργοί προπονητές από την Ισπανία στο επαγγελματικό ποδόσφαιρο σε όλο τον κόσμο, είτε σε συλλόγους είτε σε εθνικές ομάδες, ενώ μεγάλα ονόματα όπως ο Πεπ Γκουαρντιόλα απέχουν συνειδητά.
Η εκπαίδευσή τους που προσφέρεται ακόμα και μέσω ακαδημαϊκής διαδρομής, η αφοσίωσή τους στις δεύτερες ομάδες των συλλόγων μέσω των οποίων αποκτούν την απαραίτητη εμπειρία πριν κάνουν το μεγάλο άλμα για τα μεγάλα σαλόνια και η επίδραση των ιδεών του Γιόχαν Κρόιφ αποτελούν τα σημαντικότερα εργαλεία για να φτάσουν οι ισπανοί προπονητές στην επιτυχία.
Το αγωνιστικό στυλ αποτελεί για τους Ισπανούς τη σημαντικότερη περιουσία τους που πρέπει να διαφυλάξουν ως κόρη οφθαλμού, ενώ παραμένουν πιστοί στην ανάδειξη και προώθηση των ταλαντούχων παικτών. Ο πολύς κόσμος γνωρίζει την ακαδημία της Μπαρτσελόνα, την περίφημη Μασία, αλλά υπάρχει επίσης η Fabrica της Ρεάλ Μαδρίτης που κάνει σπουδαία δουλειά, όπως και οι ακαδημίες των Σοσιεδάδ, Μπιλμπάο, Βαλένθια, Βιγιαρεάλ και Εσπανιόλ.
Ο τρόπος που λειτουργεί η ισπανική ομοσπονδία αποκαλύφθηκε στην επιλογή του διαδόχου του Λουίς Ενρίκε. Αντί να στραφεί σε κάποιον διάσημο προπονητή από τους τόσους που διαθέτει η χώρα, προτίμησε να παραδώσει το τιμόνι στον Λουίς ντε λα Φουέντε.
Χωρίς μεγάλη εμπειρία σε επίπεδο ανδρών, ο 65χρονος προπονητής είχε εργαστεί με ζήλο στις μικρές εθνικές ομάδες κάνοντας θαύματα. Πρωταθλητής Ευρώπης με τις Κ-19 και Κ-21 και ασημένιο μετάλλιο στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Τόκιο, ο Ντε λα Φουέντε γνωρίζει από τα γεννοφάσκια τους όλα τα σημερινά μεγάλα αστέρια της Ρόχα. Ενα στοιχείο που αποδείχτηκε καθοριστικό γιατί προσέδωσε στην εθνική ανδρών την αίσθηση της συνέχειας.
Σε διάστημα τεσσάρων ετών ο Ντε λα Φουέντε κατέκτησε όλους τους τίτλους, Παγκόσμιο Κύπελλο, Euro, Nations League. Η επιλογή του χαρακτηρίστηκε από τον διεθνή Τύπο ως πείραμα αλλά στην πραγματικότητα ήταν η φυσική ροή των πραγμάτων που μόνο οι Ισπανοί μπορούσαν να διακρίνουν.