
Οπως το νερό κυλούν τα χρόνια. Εφτασε τα 80 του ο Μίλτον Βιέρα και την περασμένη Κυριακή «έφυγε». Ενας ποδοσφαιριστής με στυλ αγέρωχο, ένας μέσος κλάσης και δεξιοτέχνης μιας «άλλης εποχής» που δεν επιστρέφει πια. Γιατί και ο ρομαντισμός χάθηκε όπως εκείνα τα (παλιά) ποδοσφαιρικά απογεύματα της Κυριακής, που έχουν μείνει πλέον στο άλμπουμ των αναμνήσεων.
Η «ΟΜΑΔΑ» θέλησε να ακούσει την άποψη ενός άλλου σταρ της δεκαετίας του ’70. Τι παίκτης αλήθεια ήταν ο Μάικ Γαλάκος! Οταν δοκίμαζε σουτ με το φοβερό του αριστερό πόδι προσπαθούσες να αποφύγεις την μπάλα μη σε χτυπήσει! «Δεν χρειάζεται να σου πω πόσο στενοχωρήθηκα. Ημασταν φίλοι με τον Μίλτο. Καλός άνθρωπος. Καλό παιδί. Συμπαίκτης που με βοήθησε στην αρχή γιατί ήταν λίγο μεγαλύτερός μου. Με ξαφνιάζεις τώρα και δεν θυμάμαι πολλά», λέει στην αρχή της κουβέντας μας ο Μάικ.
Τον βρήκες στον Ολυμπιακό;
«Ηρθα στην ομάδα το ’73. Εκείνος νομίζω έναν χρόνο νωρίτερα. Πάντα κοντά ήταν ο Βιέρα στους νεότερους ποδοσφαιριστές. Οταν πήγαινα στο σπίτι τού συγχωρεμένου του Νικήτα του Γαβαλά στην Πεύκη, πάντα λέγαμε πόσο υπέροχος παίκτης ήταν ο Βιέρα. Τα καλά του Μίλτου τα αναφέραμε και ήταν πολλά. Ενας επαγγελματίας σε όλα του προτού έρθει ο επαγγελματισμός στο ποδόσφαιρο στην Ελλάδα».
Τα χαρακτηριστικά του ως παίκτη; Για να μαθαίνουν και οι νεότεροι που δεν γνωρίζουν τι εστί Μίλτον Βιέρα.
«Εμπαινε κάθετα. Αλλά είχε και οριζόντια κίνηση. Με το στυλ του έκανε πιο ωραίο το παιχνίδι του Ολυμπιακού. Μια δυνατή τριπλέτα ήμασταν εγώ, ο Δεληκάρης και ο Βιέρα. Ενας παίκτης υψηλού επιπέδου και από τους πρώτους πολύ καλούς ξένους που ήρθαν».
Αφησε κάτι στην ομάδα με το πέρασμά του;
«Κι εγώ πήρα πολλά πράγματα από τον Μίλτο. Φοβερός τύπος. Ξέρεις, σε εκείνη την ομάδα του Ολυμπιακού ήμασταν δεμένοι πολύ μεταξύ μας. Οικογένεια. Είχαμε χαθεί όμως. Και ο Λοσάντα γύρισε στην Ουρουγουάη. Ο Βιέρα, όμως, έδωσε τόσα και ο κόσμος δίκαια δεν ξέχασε την προσφορά του».
Και πώς μπορούσε να γίνει κάτι τέτοιο; Ο Μίλτον, ένας παίκτης που συνδύαζε δύναμη και τέχνη στη γραμμή των χαφ, ήρθε στην Ελλάδα και τον Ολυμπιακό το ’72, έμεινε μια πενταετία και κατέκτησε τρεις τίτλους πρωταθλήματος με τα ερυθρόλευκα. Τους δύο με συμπαίκτη έναν παίκτη-δυναμίτη όπως ήταν ο Μάικ Γαλάκος. Μετά άφησε το στίγμα του στην ΑΕΚ γιατί είχε τα κότσια να το κάνει και πανηγύρισε άλλους δύο τίτλους!
Στ’ αφτιά μου ηχούν ακόμη συνθήματα περασμένων δεκαετιών. «Εμπαινε Γιούτσο». «Στην μπάντα, στην μπάντα, περνάει ο Λοσάντα». «Αέρα-αέρα έρχεται ο Βιέρα». «Να τος ο Γκολάκος»!
Αυτός ο Μάικ ο Γαλάκος. Ο παίκτης που έφυγε για τον Παναθηναϊκό το ’81 και πλήγωσε όσο ελάχιστοι το κοινό των Ερυθρολεύκων. Αλλά του λόγου του ποτέ δεν έπαψε να νοιάζεται για τον Ολυμπιακό. Παρών συχνά-πυκνά στο μνημόσυνο για τα θύματα της Θύρας 7. «Οταν ήμασταν με τον Μίλτο στην ομάδα δίναμε εισιτήρια στους οπαδούς», συμπλήρωσε ο Γαλάκος. Και ο κόσμος, τον έχει στην καρδιά του. Οταν επισκέπτεται το Νέο Φάληρο τον αγκαλιάζει.
Θα έρθεις ξανά στο Γ. Καραϊσκάκης;
Χαμογελά ακούγοντας την ερώτηση. Μοιάζει να σκέφτεται το «γιατί όχι». Και πάντα θυμάται την ατάκα της μητέρας του πως «αυτά τα κόκαλα στο Καραϊσκάκη είναι».
Αξέχαστος ο Βιέρα, ναι. Αλλά και όταν μιλάει ένας παίκτης-θρύλος όπως ο Μάικ Γαλάκος, οφείλεις να τον ακούς με προσοχή. Ειδικά όταν γνωρίζεις για ποια χρώματα χτυπά η καρδιά του…