
Υπάρχουν στιγμές κατά τις οποίες ο αθλητισμός σταματά να μετρά γκολ, δευτερόλεπτα, πόντους και μετάλλια. Η μπάλα μένει για λίγο ακίνητη, το χρονόμετρο παύει να έχει σημασία και το στάδιο μετατρέπεται σε δημόσια πλατεία.
Τότε ένας αθλητής σηκώνει τη γροθιά του. Ενας άλλος αρνείται να πάει στον πόλεμο. Κάποιος γονατίζει την ώρα του εθνικού ύμνου. Ενας ποδοσφαιριστής κοιτάζει την κάμερα και ζητά από μια χώρα να αφήσει τα όπλα. Ενας προπονητής φορά ένα μικρό σύμβολο ή μιλά για την πατρίδα, τη δημοκρατία, την κοινωνία. Ο αθλητισμός δεν υπήρξε ποτέ πραγματικά αποστειρωμένος από όσα συμβαίνουν γύρω του. Ηταν απλώς πιο βολικό να πιστεύουμε ότι ήταν.
Ο «θετικός πατριωτισμός» του Κλοπ
Ο Γιούργκεν Κλοπ δεν εμφανίστηκε ξαφνικά ως πολιτικό ον. Εδώ και χρόνια έχει τοποθετηθεί δημόσια για κοινωνικά και πολιτικά ζητήματα, περιγράφοντας τον εαυτό του ως άνθρωπο «αριστερότερα από το Κέντρο» και υπερασπιζόμενος την κοινωνική αλληλεγγύη. Οι πρόσφατες δηλώσεις του στη Γερμανία άνοιξαν μια διαφορετική συζήτηση. Ο Κλοπ μίλησε για έναν «θετικό πατριωτισμό», για την ανάγκη η γερμανική σημαία και η εθνική υπερηφάνεια να μη συνδέονται αποκλειστικά με συγκεκριμένους πολιτικούς χώρους. Σε μια Γερμανία όπου η σχέση με την έννοια του πατριωτισμού παραμένει ιστορικά σύνθετη, η παρέμβασή του απέκτησε μεγαλύτερη βαρύτητα από μια συνηθισμένη δήλωση ενός ανθρώπου του ποδοσφαίρου. Και ξανάφερε στο προσκήνιο ένα παλιό ερώτημα: μέχρι πού φτάνει η φωνή ενός ανθρώπου του αθλητισμού; Η απάντηση βρίσκεται πολλές φορές στην ίδια την Ιστορία.
Η υψωμένη γροθιά
16 Οκτωβρίου 1968. Ο Τόμι Σμιθ έχει κερδίσει τα 200 μέτρα στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Μεξικού. Ο Τζον Κάρλος είναι τρίτος. Ανάμεσά τους ο Αυστραλός Πίτερ Νόρμαν. Στο βάθρο, την ώρα του αμερικανικού εθνικού ύμνου, οι δύο Αμερικανοί σκύβουν τα κεφάλια και υψώνουν τις μαύρες γαντοφορεμένες γροθιές τους.
Είναι μια διαμαρτυρία απέναντι στον ρατσισμό, στη φτώχεια και στις φυλετικές διακρίσεις. Ο Νόρμαν δεν σηκώνει τη γροθιά. Φορά όμως στο στήθος το σήμα του Olympic Project for Human Rights, δηλώνοντας την αλληλεγγύη του. Οι Σμιθ και Κάρλος αποβάλλονται από το Ολυμπιακό Χωριό και επιστρέφουν σε μια Αμερική όπου αντιμετωπίζουν οργή και απειλές. Χρόνια αργότερα η φωτογραφία τους θα γίνει μία από τις εμβληματικότερες εικόνες του 20ού αιώνα. Η Ιστορία έχει αυτή την παράξενη συνήθεια: κάποιους πρώτα τους τιμωρεί και ύστερα τους κάνει αγάλματα.
Η Δημοκρατία του Σόκρατες
Αν υπήρξε ποδοσφαιριστής που έκανε το γήπεδο πολιτικό εργαστήριο, ήταν ο Σόκρατες. Γιατρός, διανοούμενος και αρχηγός της υπέροχης Βραζιλίας του 1982, έζησε σε μια χώρα που προσπαθούσε να βγει από τη στρατιωτική δικτατορία. Στην Κορίνθιανς γεννήθηκε η περίφημη «Democracia Corinthiana». Παίκτες και εργαζόμενοι ψήφιζαν για ζητήματα της ομάδας. Η Κορίνθιανς εμφανιζόταν με μηνύματα υπέρ της δημοκρατίας και της συμμετοχής στις εκλογές, ενώ ο Σόκρατες μιλούσε ανοιχτά σε συγκεντρώσεις υπέρ των άμεσων εκλογών. Είχε καταλάβει κάτι πολύ πριν από την εποχή των social media: ένα ποδοσφαιρικό γήπεδο είναι μια πλατεία με δεκάδες χιλιάδες ανθρώπους και εκατομμύρια ακόμη μπροστά στις τηλεοράσεις.
Όταν το γήπεδο γίνεται πλατεία
Φυσικά, η δημοφιλία δεν κάνει έναν αθλητή ειδικό στην πολιτική ούτε έναν προπονητή αυθεντία στα κοινωνικά ζητήματα. Οι παρεμβάσεις τους μπορούν να προκαλούν συμφωνία, αντίδραση ή έντονη διαφωνία. Ισως όμως εκεί ακριβώς βρίσκεται η σημασία τους. Στην απόφαση να χρησιμοποιήσουν το τεράστιο μικρόφωνο που τους έδωσε ο αθλητισμός γνωρίζοντας ότι ένα κομμάτι του κοινού μπορεί να στραφεί εναντίον τους. Πενήντα οκτώ χρόνια χωρίζουν τη μαύρη γροθιά του Σμιθ και του Κάρλος από τις σημερινές δημόσιες παρεμβάσεις ανθρώπων όπως ο Κλοπ. Οι εποχές, οι συνθήκες και κυρίως το προσωπικό κόστος δεν συγκρίνονται. Υπάρχει όμως ένα νήμα που τις ενώνει.
Ο Αλι είπε όχι. Ο Σμιθ και ο Κάρλος ύψωσαν τις γροθιές τους. Ο Σόκρατες μίλησε για δημοκρατία. Ο Ντρογκμπά γονάτισε για την ειρήνη. Ο Κάπερνικ γονάτισε για την ισότητα. Η Κινγκ απαίτησε ίσα δικαιώματα. Ο Ράσφορντ μίλησε για τα παιδιά που πεινούν. Τα στάδια μοιάζουν κλειστά, αλλά ποτέ δεν ήταν. Από τις τεράστιες πύλες τους περνούν όλα όσα συμβαίνουν έξω: οι πόλεμοι, οι ανισότητες, ο ρατσισμός, οι δικτατορίες, οι ταυτότητες, οι φόβοι και οι ελπίδες μιας κοινωνίας. Και κάποιες φορές ένας άνθρωπος που μπήκε εκεί μέσα για να τρέξει γρηγορότερα, να βάλει ένα γκολ ή να κερδίσει έναν αγώνα αποφασίζει ότι αυτό δεν του αρκεί. Σηκώνει το κεφάλι. Και τότε, για μια στιγμή, ο κόσμος κοιτάζει προς το μέρος του.
Μοχάμεντ Άλι: Το ακριβότερο «όχι» στην Ιστορία
Ο Μοχάμεντ Αλι είχε πει μία λέξη δυσκολότερη από οποιοδήποτε χτύπημα στο ρινγκ. Οχι. Το 1967 αρνήθηκε να καταταγεί στον αμερικανικό στρατό εν μέσω του πολέμου στο Βιετνάμ, επικαλούμενος τις θρησκευτικές και ηθικές του πεποιθήσεις. Ηταν 25 ετών, παγκόσμιος πρωταθλητής βαρέων βαρών και βρισκόταν στην κορυφή. Καταδικάστηκε, έχασε τον τίτλο του και έμεινε για χρόνια μακριά από την πυγμαχία. Η καταδίκη του ανατράπηκε αργότερα από το Ανώτατο Δικαστήριο.
Σήμερα ο Αλι θεωρείται παγκόσμιο σύμβολο. Τότε, για μεγάλο μέρος της αμερικανικής κοινωνίας, ήταν σχεδόν παρίας. Αυτή είναι η λεπτομέρεια που συχνά χάνεται όταν κοιτάζουμε τις μεγάλες πράξεις από την ασφάλεια του μέλλοντος: όταν συμβαίνουν, κανείς δεν γνωρίζει ακόμη πώς θα τις κρίνει η Ιστορία.
Κάπερνικ: Το γόνατο που διχάζει την Αμερική
Το 2016 ο Κόλιν Κάπερνικ αποφάσισε να γονατίζει κατά την ανάκρουση του αμερικανικού εθνικού ύμνου, διαμαρτυρόμενος για τον ρατσισμό και την αστυνομική βία. Ενα γόνατο στο χορτάρι έγινε εθνική υπόθεση. Για κάποιους ήταν πράξη υπεράσπισης των πολιτικών δικαιωμάτων.
Για άλλους προσβολή προς τη σημαία και τον στρατό. Πολιτικοί παρενέβησαν, συμπαίκτες πήραν θέση και το NFL βρέθηκε στο κέντρο μιας τεράστιας κοινωνικής αντιπαράθεσης. Ο Κάπερνικ δεν αγωνίστηκε ξανά στο NFL μετά το 2016. Τέσσερα χρόνια αργότερα, μετά τη δολοφονία του Τζορτζ Φλόιντ, το γονάτισμα είχε ταξιδέψει σε γήπεδα ολόκληρου του κόσμου. Μια χειρονομία που κάποτε έμοιαζε μοναχική είχε γίνει διεθνές σύμβολο.
Το ενωτικό κάλεσμα του Ντρογκμπά
Τον Οκτώβριο του 2005 η Ακτή Ελεφαντοστού προκρίθηκε για πρώτη φορά σε Παγκόσμιο Κύπελλο. Η χώρα ήταν βαθιά διαιρεμένη από εμφύλια σύγκρουση. Στα αποδυτήρια ο Ντιντιέ Ντρογκμπά πήρε το μικρόφωνο. Οι συμπαίκτες του συγκεντρώθηκαν γύρω του. Απευθύνθηκε σε όλες τις πλευρές της χώρας και είπε ότι μια ομάδα ανθρώπων διαφορετικής καταγωγής είχε αποδείξει πως μπορούσε να ενωθεί για έναν κοινό σκοπό. Και μετά οι ποδοσφαιριστές γονάτισαν μπροστά στην κάμερα, ζητώντας να σταματήσει η βία.
Ούτε ο Ντρογκμπά ούτε μια εθνική ομάδα μπορούσαν μόνοι τους να τελειώσουν έναν εμφύλιο πόλεμο. Η πραγματικότητα ήταν πολύ πιο σύνθετη. Μπορούσαν όμως να δημιουργήσουν μια εικόνα ενότητας σε μια χώρα που είχε ξεχάσει πώς ήταν να βρίσκεται ολόκληρη στην ίδια πλευρά. Ισως ήταν το σημαντικότερο γκολ του Ντρογκμπά. Και δεν ακούμπησε ποτέ δίχτυα.
Από την Κινγκ στον Ράσφορντ
Δεν χρειάστηκαν όλοι μια δραματική χειρονομία. Η Μπίλι Τζιν Κινγκ έκανε την καριέρα της όχημα για την ισότητα των γυναικών στο τένις και την ίση αμοιβή. Η Μέγκαν Ραπινόου συνέδεσε τις επιτυχίες της με τη διεκδίκηση ίσων αποδοχών, την καταπολέμηση των διακρίσεων και τα δικαιώματα των ΛΟΑΤΚΙ ανθρώπων. Ο Αρθουρ Ας χρησιμοποίησε το κύρος του στον αγώνα κατά του απαρτχάιντ.
Billie Jean King, seen here in 1977, learned to play tennis on the public courts near her Long Beach, Calif., home.
Η Αυστραλή Κάθι Φρίμαν έκανε τον γύρο του θριάμβου κρατώντας μαζί την αυστραλιανή και τη σημαία των Αβορίγινων, μετατρέποντας μια αθλητική εικόνα σε σύμβολο συμφιλίωσης. Και ο Μάρκους Ράσφορντ απέδειξε ότι η κοινωνική παρέμβαση μπορεί να αφορά κάτι τόσο απλό και τόσο θεμελιώδες όσο ένα πιάτο φαγητό. Μίλησε για τα δωρεάν σχολικά γεύματα των παιδιών φτωχών οικογενειών στη Βρετανία, επικαλούμενος και τη δική του παιδική εμπειρία, και η δημόσια πίεση που δημιουργήθηκε συνέβαλε στην αλλαγή κυβερνητικών αποφάσεων.